Δευτέρα, Σεπτεμβρίου 14, 2015
posted by Librofilo at Δευτέρα, Σεπτεμβρίου 14, 2015 | Permalink
Το φάντασμα του Αλεξάντρ Βολφ
«Μια φορά πήγε να δει τον Σάχη ο κηπουρός του, υπερβολικά ταραγμένος και του είπε: δώσ’ μου το πιο γρήγορο άλογό σου, θα φύγω όσο το δυνατόν πιο μακριά, στο Ισπαχάν. Μόλις προ ολίγου, δουλεύοντας στον κήπο, είδα τον θάνατό μου. Ο Σάχης του έδωσε ένα άλογο κι ο κηπουρός έφυγε καλπάζοντας για το Ισπαχάν. Ο Σάχης βγήκε στον κήπο· εκεί στεκόταν ο θάνατος. Του είπε λοιπόν: γιατί τρομοκράτησες έτσι τον κηπουρό μου, γιατί εμφανίστηκες μπροστά του; Ο θάνατος απάντησε στον Σάχη: δεν το ήθελα. Απόρησα βλέποντας τον κηπουρό σου εδώ. Στο βιβλίο μου είναι γραμμένο ότι θα τον συναντήσω απόψε το βράδυ μακριά από εδώ, στο Ισπαχάν.»

Ειμαρμένη ή πεπρωμένον φυγείν αδύνατον στην έξοχη νουβέλα του Ρώσου Γκαϊτό Γκαζντάνοφ (Αγία Πετρούπολη 1903- Μόναχο 1971), με τίτλο «Το φάντασμα του Αλεξάντρ Βολφ» (Εκδ. Αντίποδες, μετάφρ. Ε.Μπακοπούλου, επίμετρο Χ.Αστερίου, σελ. 183), μια ατμοσφαιρική και  βαθιά υπαρξιακή ιστορία μυστηρίου η οποία κινείται σε ένα πλαίσιο μεταξύ ρεαλισμού και φαντασίας.

Το ανατολίτικο παραμύθι που  παρατίθεται στην αρχή του κειμένου (το οποίο έχω διαβάσει σε δεκάδες παραλλαγές από πολλούς δυτικούς συγγραφείς, μεταξύ άλλων τον Χ.Λ.Μπόρχες ή τον Julian Barnes), που αναφέρεται μέσα στη νουβέλα, δίνει και το κλίμα στο οποίο κινείται η ιστορία που αφηγείται ο εντελώς παραγνωρισμένος (μέχρι πρόσφατα) Γκαζντάνοφ. Κατά την διάρκεια του Ρωσικού εμφυλίου πολέμου που ξέσπασε μετά την επανάσταση των Μπολσεβίκων, ο αφηγητής  όταν ήταν πολύ νεαρός (ορθότερα έφηβος) και είχε εθελοντικά ενωθεί με τις δυνάμεις  των Λευκών, πυροβολεί έναν καβαλάρη ο  οποίος προσπάθησε να τον σκοτώσει πετυχαίνοντας μόνο το άλογό του. Ο νεαρός βλέπει τον καβαλάρη να ξεψυχάει και προτού καταφθάσουν οι σύντροφοί του, παίρνει το άλογο του νεκρού και εξαφανίζεται.
Αρκετά χρόνια αργότερα, στο Παρίσι όπου βρίσκεται εργαζόμενος ως δημοσιογράφος, προσπαθώντας να γίνει συγγραφέας, ένα βιβλίο διηγημάτων ενός Άγγλου συγγραφέα που υπογράφει ως Alexander Wolf, πέφτει στα χέρια του. Το τρίτο διήγημα της συλλογής με τίτλο "Περιπέτεια στη στέπα", με μότο μια φράση του Edgar Allan Poe "Από κάτω μου κειτόταν το πτώμα μου με το βέλος στον κρόταφο" τον συγκλονίζει διότι, περιγράφει επακριβώς το επεισόδιο που είχε λάβει χώρα κατά την διάρκεια του εμφυλίου με τον ίδιο πρωταγωνιστή, τώρα όμως ο αφηγητής είναι ο καβαλάρης που υποτίθεται είχε σκοτώσει. Ο ήρωας του βιβλίου αποφασίζει να ψάξει ποιός είναι αυτός που χρησιμοποιεί το όνομα Αλεξάντερ Βολφ και που όπως όλα δείχνουν είναι ο άνθρωπος που θεωρούσε ο ήρωας νεκρό μέχρι τότε σε ένα περιστατικό που στοίχειωνε τη ζωή του.

Η αναζήτηση του μυστηριώδους Βολφ, δεν θα είναι όμως ούτε εντατική, ούτε ιδιαίτερα λεπτομερής καθώς ο ήρωας/αφηγητής του βιβλίου χάνεται μέσα στην καθημερινότητά του. Ο Αλεξάντρ Βολφ ουσιαστικά θα τον βρει, θα είναι εκείνος που θα κινηθεί προς εκείνον (σε μια ευφυή συγγραφικά ιδέα), μοιρολατρικά προς το χέρι που σηκώθηκε εναντίον του, σ'αυτήν την μοιραία μονομαχία. Η γνωριμία του ήρωα με την αινιγματική και ερωτική Γιελένα Νικολάγιεβνα με την μυστηριώδη ζωή, θα τον οδηγήσει προς ένα λαβύρινθο, μια σήραγγα από την οποία δεν θα βγει παρά μόνο με την οριστική λύση του δράματος που κυριαρχεί στη ζωή του, στη σκέψη του.

« "Κάθε έρωτας είναι μια απόπειρα καθυστέρησης του πεπρωμένου, είναι η αφελής ψευδαίσθηση μιας πρόσκαιρης αθανασίας" είχε πει κάποια στιγμή. "Κι ωστόσο, σίγουρα είναι ό,τι καλύτερο μας έλαχε να γνωρίσουμε. Μα και σ'αυτό, φυσικά είναι εύκολο να διακρίνεις το αργόσυρτο έργο του θανάτου. "Vouloir nous brule et pouvoir nous detruit " ("Το ότι θέλουμε μας καίει και το ότι μπορούμε μας καταστρέφει") μας λέει ο Μπαλζάκ στο Μαγικό δέρμα." »

Η νουβέλα του Γκαζντάνοφ, γραμμένη με αριστοτεχνικό ύφος κινείται σ' αυτό το δυσδιάκριτο όριο μεταξύ ονείρου και πραγματικότητας, ρεαλισμού και φαντασιακού. Η δράση περισσότερο διαδραματίζεται μέσα στο μυαλό του ήρωα, ο οποίος θα μπορούσε να συμμετέχει σε κάποια από τις αινιγματικές ιστορίες του Έντγκαρ Άλαν Πόε, ενός συγγραφέα που η επίδρασή του είναι εμφανέστατη κατά την εξέλιξη της ιστορίας. Περισσότερο φιλοσοφική η νουβέλα παρά νουάρ όπως διαφαίνεται τουλάχιστον στην αρχή της, προκαλεί τις αισθήσεις και την σκέψη του αναγνώστη με τον ρυθμό που επιβάλει στην πρωτοπρόσωπη αργή αφήγηση, με το διαρκές παιχνίδι του χρόνου και την ταυτότητα των ηρώων του.


Έξοχη η έκδοση από τους "Αντίποδες", πολύ καλό και το επίμετρο του Χρ.Αστερίου, σχετικά με το βιβλίο και την προσωπικότητα του (άγνωστου μας) Γκαζντάνοφ, ενός συγγραφέα που έμεινε στην αφάνεια για δεκαετίες μέχρι να γίνει γνωστός στην Γερμανία την τελευταία δεκαετία πάνω από 40 χρόνια από τον  θάνατό του. Θα συμφωνήσω με τον συγγραφέα Άκη Παπαντώνη που (στην κριτική του για το βιβλίο) είδε συγγένεια με τον Ναμπόκωφ στο στυλ του συγγραφέα, ενώ διακρίνονται και οι επιρροές (εκτός από τον Πόε που προαναφέρω) από Προυστ και τους υπαρξιστές φιλοσόφους. Ένα υπέροχο βιβλίο-έκπληξη, που προσφέρει αναγνωστική απόλαυση και γόνιμο προβληματισμό.