Τρίτη, Σεπτεμβρίου 29, 2015
posted by Librofilo at Τρίτη, Σεπτεμβρίου 29, 2015 | Permalink
Αυτόχειρες
«ΟΙ ΑΥΤΟΧΕΙΡΕΣ» («Los Suicidas»), (Εκδ. Απόπειρα, μετάφρ. Άννα Βερροιοπούλου, σελ. 177), του Αργεντινού συγγραφέα Antonio Di Benedetto (1922-1986), είναι μια θαυμάσια και ασυνήθιστη νουβέλα, η οποία στην αρχή της έχει την δομή μιας δημοσιογραφικής έρευνας, μετατρέπεται στην συνέχεια σε ιστορική και κοινωνική μελέτη για την αυτοκτονία, για να εξελιχθεί στην πορεία της σε, ένα φιλοσοφικό και ιδιαίτερα ελεγειακό μυθιστόρημα.


Δύο φωτογραφίες που απεικονίζουν τρεις αυτόχειρες, είναι η αφορμή για να ανατεθεί στον νεαρό δημοσιογράφο και ανώνυμο (στην ταινία που βασίστηκε στο μυθιστόρημα έχει το όνομα Ντάνιελ) ήρωα του βιβλίου, μια έρευνα από το πρακτορείο όπου εργάζεται. Θα είναι μια έρευνα όχι μόνο για το θέμα της αυτοκτονίας αλλά κυρίως για το βλέμμα – αυτόν τον τρόμο στα μάτια που είχαν οι δύο από τους τρεις αυτόχειρες των συγκεκριμένων φωτογραφιών και αν υπάρχει (αυτό το βλέμμα ή κάποια άλλη έκφραση) σε ανθρώπους που έδωσαν τέλος στη ζωή τους. Η έρευνα αυτή για να αποκτήσει νόημα πρέπει να στηριχθεί σε ντοκουμέντα, οπότε ο ήρωας και αφηγητής υποχρεούται να τρέχει σε περιπτώσεις ανθρώπων που αυτοκτόνησαν, λίγο μετά τη μοιραία στιγμή, να μιλάει με τις οικογένειές τους, να βλέπει τις σωρούς τους.

Όλη η ιστορία εκτυλίσσεται σε δύο παράλληλα επίπεδα, περνάει μέσα από την αφήγηση του ανώνυμου ήρωα ο οποίος στα πλαίσια των ερευνών του, να διαλευκάνει το «μυστήριο» με την τελευταία έκφραση στα πρόσωπα των αυτοχείρων, προσπαθεί να επιλύσει και το προσωπικό οικογενειακό του παρελθόν, καθώς ο πατέρας του και ο παππούς του είχαν αυτοκτονήσει. Ο ίδιος, έχοντας φτάσει στην ηλικία που ο πατέρας του αυτοκτόνησε, στα 33 του δηλαδή, είναι ένας εντελώς αποξενωμένος (από όλους κι απ’ όλα) άνθρωπος με μια αδιέξοδη σχέση, με τίποτα να μη τον αγγίζει (παρά μόνο το μποξ) και με την ιδέα της αυτοκτονίας να τριγυρίζει συνεχώς στο μυαλό του. Η επαφή του με την συνεργάτιδά, φωτογράφο Μαρσέλα, μια αινιγματική προσωπικότητα, καθώς και με την Μπίμπι, την υπεύθυνη της αρχειοθήκης, η οποία του παραθέτει κείμενα φιλοσόφων για την αυτοκτονία, θα μετατρέψει την έρευνα σε μια προσωπική κατάδυση, μια σπουδή στον εαυτό του.

"Ο Ντυρκέμ λέει: "Συχνά, σε οικογένειες στις οποίες σημειώνονται αυτοκτονίες κατ' επανάληψη, αυτές αναπαράγονται σχεδόν με τον ίδιο τρόπο. Όχι μόνο λαμβάνουν χώρα στην ίδια ηλικία..."
Λέει λαμβάνουν χώρα στην ίδια ηλικία.
"...αλλά εκτελούνται επίσης με την ίδια μέθοδο. Άλλοτε προτιμάται η θηλιά, άλλοτε η ασφυξία ή η πτώση από ψηλά. Σε ένα παράδειγμα, που μνημονεύεται συχνά, η ομοιότητα πάει πιο μακριά: το ίδιο όπλο έχει χρησιμοποιηθεί απ' όλους τους αυτόχειρες της οικογένειας, και μάλιστα με διαφορά πολλών χρόνων."
Το πιστόλι του πατέρα μου, με λαβή από φίλντισι, που η μαμά φυλάει στον μπουφέ.
Ωστόσο ο Ντυρκέμ υποστηρίζει ότι οφείλεται σε μια μεταδοτική επίδραση στο μυαλό των συγγενών και ότι δεν έχει αποδειχτεί η κληρονομικότητα στην αυτοκτονία. Αν ένας δυστυχής τερματίσει τη ζωή του, και στην οικογένειά του υπάρχει ιστορικό τρέλας και αυτοχειρίας, δεν οφείλεται στο ότι οι γονείς του ήσαν αυτόχειρες, αλλά τρελοί. Και το λέει ο Ντυρκέμ."

Θραύσματα από ζωές ανθρώπων που έδωσαν τέλος στη ζωή τους με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, εξετάζει ο αφηγητής καθώς η έρευνα του προχωράει, θραύσματα της οικογενειακής του ζωής περιγράφει επίσης, ενώ ζει και κινείται μέσα στην καθημερινότητα της πολύβουης (και μιλιταριστικής καθώς βρισκόμαστε στα χρόνια της δικτατορίας Βιντέλα) πόλης, ένας "ξένος" που δεν τον αγγίζει τίποτα και οι αισθήσεις του παγωμένες, που ξυπνάνε μόνο με την προσμονή μιας γυναικείας επαφής ή ενός γερού ξύλου σε έναν αγώνα μποξ.

Η νουβέλα, γραμμένη στο τέλος της δεκαετίας του '60 (τρίτο μέρος μιας τριλογίας σχετικά με την ματαιότητα) από τον εξαιρετικό συγγραφέα Ντι Μπενεντέτο (εν πολλοίς άγνωστο στην Ελλάδα), δεν προτείνει κάτι, ούτε έχει τον ελάχιστο διδακτισμό. Δεν είναι μια συνηγορία υπέρ της αυτοκτονίας, ούτε έχει κάποιο καταγγελτικό-κρυπτοθρησκευτικό μήνυμα. Μοιάζει με τα μυθιστορήματα του Καμύ στο υπαρξιακό ύφος που διατρέχει το κείμενο, ενώ τα ιντερλούδια με τις φιλοσοφικές απόψεις, απογειώνουν το βιβλίο και του δίνουν μια σαγηνευτική φιλοσοφική ατμόσφαιρα, έρχονται δε σε αντίθεση με την έρευνα η οποία σε κάποιες περιπτώσεις αυτόχειρων, αποκτά αστυνομική χροιά.

"Αν με σκοτώσω, σκοτώνω εμένα και σκοτώνω την τάση μου προς το θάνατο.
Θα ήθελα να σκοτώσω άλλους, όχι κάποιον συγκεκριμένα, όμως πολλούς, επειδή είναι γουρούνια και ανελέητοι και ασχημαίνουν τον κόσμο...
Αν έχω τάση προς το θάνατο, έχω επίσης τάση να σκοτώνω άλλους;
Δεν μπορώ να σκοτώσω, τουλάχιστον όχι όλους. Μπορώ όμως να τους κάνω όλους να χαθούν: αν βυθιστώ στην ανυπαρξία, δεν θα υπάρχουν πια οι άλλοι για μένα."


Το μη αναμενόμενο φινάλε, είναι ιδιαίτερα εντυπωσιακό και κλείνει αυτό το υπέροχο μυθιστόρημα με τον ιδανικότερο τρόπο. Είναι εντυπωσιακή η οικονομία γραφής του συγγραφέα. Δεν υπάρχει τίποτα περιττό, ενώ η γλώσσα μεταλλάσσεται και ποικίλλει στην ροή του κειμένου, δίνοντας κάθε φορά ένα διαφορετικό τόνο που εναλλάσσεται μεταξύ ζόφου και παρωδίας, τραγωδίας και γκροτέσκου, ελεγειακό και μελαγχολικό, γελοίο και αδιέξοδο. Ο Ντι Μπενεντέτο μ'αυτό του το βιβλίο δείχνει την μαεστρία του και την μεγάλη του αξία.