Τρίτη, Οκτωβρίου 13, 2015
posted by Librofilo at Τρίτη, Οκτωβρίου 13, 2015 | Permalink
1948
Σε τρυφερή ηλικία, μόλις 17 χρόνων, ο Yoram Kaniuk (Tel Aviv 1930-2013) παρατάει το σχολείο και εντάσσεται στον υποτυπώδη στρατό των Εβραίων που προσπαθούν να εκδιώξουν τους Παλαιστίνιους από τα «ιερά χώματα». Τέλος του '47 και λίγο πριν την ανακήρυξη του Ισραηλινού κράτους (Μάιος, 1948) και ο νεαρός Γιοράμ δεν θα το πολυσκεφτεί. Χωρίς ουσιαστικά στρατιωτική εκπαίδευση, θα μπει με την ορμή της νιότης του, στις μάχες που γίνονται εκ του συστάδην, στην αρχή εναντίον Βρετανών και Αράβων, αργότερα μόνο κατά των Αράβων. Το καλοκαίρι του 1948 θα τραυματιστεί σοβαρά, και η στρατιωτική του «καριέρα» θα τελειώσει απότομα. 60 χρόνια μετά, θα μεταφέρει την εμπειρία του από την μοιραία εκείνη χρονιά γράφοντας ένα συγκλονιστικό αυτοβιογραφικό κείμενο με στοιχεία μυθοπλασίας, το «1948» (Εκδ. Πόλις, μετάφρ.(μάλλον από τα Γαλλικά) Μ.Ντεκάστρο, σελ.256).

«Ένα κράτος, αυτό ήταν μια ασαφής, για να μην πω μια γελοία ιδέα. Το πρώτο πράγμα που μαθαίνουμε για την ιστορία του λαού μας είναι ότι ο Αβραάμ, ο πατριάρχης μας, εγκατέλειψε τη γη των πατέρων του, επειδή άκουσε τον Θεό, όχι τον Θεό του Μωυσή, αλλά έναν άλλο, ένα χανανίτη θεό, να του λέει, όταν ήταν στο Αράμ Ναχαραΐμ, στη Μεσοποταμία, σήκω και φύγε από την πατρίδα σου! Πως λοιπόν μπορούμε να γνωρίζουμε εμείς τι είναι αγάπη για την πατρίδα; Πως εμείς, ανάμεσα σε όλους τους λαούς, εμείς που για δυο χιλιάδες χρόνια δεν είχαμε πατρίδα και κατά συνέπεια δεν είχαμε ποτέ διανοηθεί ότι μπορούσαμε να φύγουμε από την πατρίδα μας, πως ξαφνικά θα γίνουμε ένα έθνος ικανό να αγαπήσει μια χώρα που θα γίνει δική του χωρίς να είναι και να δημιουργήσει ένα κράτος; Δεν είμαστε ένας λαός περιπλανώμενων, με τις βαλίτσες στο χέρι, που νοσταλγούμε ένα μέρος όπου ποτέ δεν είχαμε ζήσει;
…Τι θα κάνουμε λοιπόν, θα δημιουργήσουμε ένα κράτος από πλάνητες; Εμείς – οι μουζίκοι του Δοξασμένο-ας-είναι-το-όνομά-Του, που τον έχουμε τόσο μισήσει, εμείς για τους οποίους το Σεξενοτόπο ήταν το όνομα μιας πατρίδας, εμείς που δεν γνωρίζουμε τα αληθινά κράτη παρά μόνο χάρη στις συλλογές των γραμματοσήμων μας (και τα κρίναμε ανάλογα με το μέγεθος και την ομορφιά των εικόνων τους, πιστεύοντας, ας πούμε, ότι το Λουξεμβούργο ήταν μεγαλύτερο από τις Ηνωμένες Πολιτείες), εμείς που αν μάθαμε ένα πράγμα όσον αφορά το Κράτος, είναι μόνο πώς να το ποθούμε και όχι πώς να το χτίζουμε, ιδιαίτερα σε μια περιοχή τόσο εχθρική όσο η δική μας – ε, ναι λοιπόν, εμείς θα δημιουργούσαμε ένα κράτος! Αλλά όπως λέγαμε εκείνη την εποχή, όταν θέλαμε να παίξουμε με τις λέξεις, το κύριο ήταν ότι μιλάει ο Κύριος, κυρίως μάλιστα όταν δεν ήταν παρών.»

Ο Κανιούκ περιγράφει μια χαοτική κατάσταση με πολύ χιούμορ, ειρωνεία και κριτική διάθεση. Μάχες σώμα με σώμα, νέοι άνδρες και γυναίκες να πέφτουν νεκροί δίπλα του, πριν από λίγο μοιραζόταν ένα πιάτο φαγητό ή ένα τσιγάρο μαζί τους. Σκηνές φρικιαστικές και καταστάσεις εφιαλτικές όπως σε κάθε πόλεμο, ο συγκεκριμένος δε είχε πολλά στοιχεία ανταρτοπολέμου. Χωριά που η κάθε πλευρά θεωρούσε τα εδάφη προαιώνια δικά της, και τα έβλεπε (η μεριά των Παλαιστίνιων), να αλλάζουν χέρια και αργότερα βέβαια και όνομα. Οι αναμνήσεις του συγγραφέα όπως ομολογεί κι ο ίδιος δεν καταγράφουν τα ιστορικά γεγονότα όπως ακριβώς τα έζησε ή όπως έγιναν, είναι συγκεχυμένες, μπερδεύει χρονολογίες και τόπους, κάποια επεισόδια μπορεί απλώς να τα φαντάζεται, η αφήγησή του δεν ακολουθεί γραμμική σειρά, αλλά εναλλάσσεται (τουλάχιστον στο πρώτο μισό του βιβλίου) μεταξύ των γεγονότων που συνέβαλλαν στην απόφασή του να πάρει τα όπλα. Ουσιαστικά μιλάει για κάποιον άλλον, έναν εαυτό του που δεν αναγνωρίζει, 50 χρόνια πριν.

Ο Κανιούκ δεν έζησε την Σοά (το ολοκαύτωμα), όπως και οι περισσότεροι που πολέμησαν στον (αποκαλούμενο) «Πόλεμο της Ανεξαρτησίας». Οι συμπολεμιστές του βλέπουν και βοηθούν τα καράβια με τους πρόσφυγες συμπατριώτες τους, τους επιζώντες από τον Β Παγκόσμιο πόλεμο να καταφθάνουν στα λιμάνια μετά από πολύμηνα ταξίδια στη θάλασσα. Εκείνοι, οι γηγενείς είναι ηλιοκαμένοι και κυκλοφορούν με πέδιλα και κοντά παντελόνια, οι πρόσφυγες είναι άνθρωποι ταλαιπωρημένοι και αποστεωμένοι που ψάχνουν για μια πατρίδα. Και στη μέση, οι Χασιντίμ, οι φανατικοί Ορθόδοξοι εβραίοι, κάτοικοι της Ιερουσαλήμ που καταριούνται τους συμπατριώτες τους που πολεμάνε τους Άραβες.

«Νέοι κι ωραίοι μπορεί. Έξυπνοι πάντως, όχι, δεν ήμασταν. Αν είσαι ξύπνιος, δεν πας να σκοτωθείς με τη θέλησή σου στα δεκαεφτά, στα δεκαοχτώ, ούτε καν στα είκοσι. Οι έξυπνοι προτιμούν ένα κράτος υπαρκτό παρά ένα κράτος στη φαντασία. Αυτός που είναι έξυπνος δεν επιχειρεί να δημιουργήσει ένα καινούργιο κράτος μέσα στην κάψα μιας γης που την κατοικούσαν ήδη Άραβες, περικυκλωμένο από αραβικές χώρες που, χωρίς αμφιβολία, έβλεπαν σ'αυτό το νέο κράτος έναν μιαρό ξένο.»

Ο συγγραφέας θα ζήσει τραυματικές εμπειρίες στον πόλεμο αυτόν. Σε όλο το βιβλίο βρίσκεσαι μπροστά σε έναν άνθρωπο που αναμετριέται με τους εφιάλτες του. Θα σκοτώσει, θα επιτεθεί με λύσσα, θα αμυνθεί με σθένος και αυτοθυσία. Θα γλυτώσει από του Χάρου τα δόντια καθώς ανυπεράσπιστος βρίσκεται μπροστά στην κάνη του όπλου ενός Βρετανού στρατιώτη, θα δει σφαγές, εκτελέσεις εν ψυχρώ, κάψιμο και λεηλασίες σπιτιών, τον διωγμό των Αράβων από τα σπίτια τους. Θα δει το μίσος και την τρέλα στα μάτια ανθρώπων απελπισμένων που πριν από λίγα χρόνια υπέφεραν τα πάνδεινα από τους Ναζί. Δεν θα σταματήσει να αναρωτιέται σε όλη την διάρκεια της αφήγησής του για το τι ακριβώς κάνανε εκεί και τελικά τι αποτέλεσμα είχε...

Υπάρχουν πολλές ιδιαίτερα δυνατές σκηνές στο βιβλίο, η αφήγηση του Κανιούκ είναι γλαφυρή και η γλώσσα του εξαιρετική. Είναι ένα αντιπολεμικό μυθιστόρημα που δεν καταγγέλλει αλλά περιγράφει με σαρκασμό και δολοφονικό χιούμορ βίαιες καταστάσεις στα πρότυπα του Catch-22 και του Σφαγείου νο5, ενώ αναλύει με θάρρος και οξυδέρκεια τα γεγονότα, προβληματίζει, και με λιτότητα μεταφέρει το δράμα που εκτυλισσόταν μπροστά στα μάτια και στο οποίο συμμετείχε κι αυτός, θύμα και θύτης ταυτόχρονα, αντιφατικός και ευαίσθητος, σκληρός και τρυφερός ταυτόχρονα.

«...Σήμερα που τα γράφω αυτά, είμαι γέρος και το κεφάλι μου είναι άδειο. Είμαι η τρύπα στο μπέιγκελ. Δεν θυμάμαι τίποτα περισσότερο απ'όσα καταθέτω σε τούτες τις γραμμές. Ίσως μάλιστα να επινόησα ένα μέρος τους στα χρόνια που πέρασαν. Ξέρω ότι πολέμησα στο Σαρίς, στο Μπέιτ Μαχσίρ, στο Κάστελ, στο Νάμπι Σάμουελ, στην Κολόνια, στο όρος Σιών, στον Άγιο Σίμωνα και σε άλλες γειτονιές της Ιερουσαλήμ. Ναι, είμαι βέβαιος ότι ήμουν εκεί. Όταν κλείνω τα μάτια μου, μπορώ να δω εκείνες τις μάχες. Εκείνο που δεν βλέπω είναι ο εαυτός μου. Δεν έχω την παραμικρή ιδέα ποιός ήμουν πραγματικά εκείνες τις στιγμές σ'εκείνα τα μέρη. Είδα στ'αλήθεια ότι είδα; Που βρικσόταν τότε το «εγώ» που γράφει σήμερα, κάνοντας τον απολογισμό εκείνων των ημερών; Και αν τα ονειρεύτηκα όλα αυτά;»


Ο Γιοράμ Κανιούκ μετά τον τραυματισμό του δεν ξανασυμμετείχε στον πόλεμο ή σε οποιαδήποτε πολεμική διαμάχη του νεοσύστατου κράτους. Μπάρκαρε σε ένα πλοίο που μετέφερε πρόσφυγες στο Ισραήλ, σπούδασε ζωγραφική στο Παρίσι, έζησε στη Ν.Υόρκη μια τυχοδιωκτική και τζογαδόρικη ζωή, γνώρισε διάσημους ανθρώπους του θεάματος και το 1958 επιστρέφει στον τόπο του, όπου θα ζήσει μέχρι τον θάνατό του το 2013 πάντα αντισυμβατικός και αντικομφορμιστής. Το 1948 βραβεύθηκε το 2010 με το Sapir Prize, το σημαντικότερο λογοτεχνικό βραβείο του Ισραήλ.