Τρίτη, Οκτωβρίου 20, 2015
posted by Librofilo at Τρίτη, Οκτωβρίου 20, 2015 | Permalink
Ένα ΥΓ. για το Μακρύ Νησί
Με ένα ευαίσθητο θέμα, την Μακρόνησο και την ιστορία της, καταπιάνεται ο συγγραφέας και δημοσιογράφος Δημήτρης Φύσσας (Αθήνα,1956) στο εξαιρετικά ενδιαφέρον αλλά μάλλον άνισο, τελευταίο του βιβλίο «Η ΝΙΛΟΥΦΕΡ ΣΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΗΣ ΚΡΙΣΗΣ», (Εκδ.Εστία, σελ.313), ένα μυθιστόρημα που κινείται σε δύο επίπεδα (όπως σχεδόν ή μάλλον όλα τα βιβλία του δεινού ερευνητή και συγγραφέα). Την σύγχρονη Αθήνα με την σκληρή οικονομική και κοινωνική πραγματικότητα και την ιστορική έρευνα για τον «καταραμένο τόπο».

Ο αφηγητής είναι ο Στέλιος Μέσκουλας, φιλόλογος φροντιστηρίων, εξηντάρης και τελείως κατεστραμμένος οικονομικά, που υποχρεούται να κάνει δύο κακοπληρωμένες δουλειές – οδηγός φορτηγού σε κάβα το πρωί και νυχτοφύλακας το βράδυ – για να επιβιώσει. Αρκετά χρόνια προσπαθεί να γράψει και να ολοκληρώσει ένα μυθιστόρημα γύρω από την Μακρόνησο και την ιστορία της και σε ένα ταξίδι του στο νησί γνωρίζει την Νιλουφέρ Αταλάρ, μια Τουρκάλα δημοσιογράφο, γνωστή στην πατρίδα της, η οποία προσπαθεί να γράψει κι εκείνη ένα βιβλίο (μυθιστόρημα), για το νησί επειδή ο παππούς της ήταν αιχμάλωτος εκεί στην περίοδο των Βαλκανικών πολέμων (1912-13).

Ο Μέσκουλας βοηθάει την Νιλουφέρ, παρέχοντάς της πολλά στοιχεία για την περίοδο που την ενδιαφέρει, στην μακροχρόνια έρευνά του (και λόγω της προηγούμενης ενασχόλησής του με την λεξικογραφία) έχει μεγάλο όγκο πληροφοριών γύρω από το νησί, οπότε δεν εκπλήσσεται από την δραματική οικογενειακή ιστορία της Τουρκάλας. Βλέπει όμως την δικιά του δουλειά να μένει πίσω και να έχει κολλήσει αφενός λόγω, των συσσωρευμένων οικονομικών του προβλημάτων, αφετέρου λόγω της αδυναμίας του να αναπτύξει την μυθοπλασία και να την ταιριάξει με τον πραγματολογικό όγκο που έχει συσσωρεύσει.

Το θέμα του μυθιστορήματος είναι πολύ ενδιαφέρον και ιδιαίτερα πρωτότυπο αφού συνδυάζει τον ιστορικό με τον παρόντα χρόνο. Η ιστορία εκτυλίσσεται το 2013-14, όταν η οικονομική κρίση στην χώρα βαθαίνει. Ο Μέσκουλας είναι ένας άνθρωπος σε πλήρες αδιέξοδο. Σε μια ηλικία που δεν μπορεί να βρει δουλειά πάνω στο αντικείμενό του και που αναγκάζεται να κάνει χειρωνακτικές δουλειές για να επιβιώσει, ενώ νιώθει (και είναι) ξεζουμισμένος και χωρίς διάθεση για κοινωνική ζωή. Παρά την πρόθεση της Νιλουφέρ για να βγει λίγο από το «πηγάδι» που έχει τοποθετήσει τον εαυτό του, εκείνος δεν βλέπει διέξοδο από πουθενά.

Από τη μια έχουμε λοιπόν την προσωπική ιστορία και από την άλλη την τραγική ιστορία της Μακρονήσου, όπου ο Φύσσας με την διεξοδική του έρευνα βρίσκεται στο στοιχείο του. Ντοκουμέντα για την ιστορία του νησιού από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα, άφθονα πραγματολογικά στοιχεία, μαρτυρίες βασανισθέντων κατά την διάρκεια του Εμφυλίου, στοιχεία για τους Τούρκους αιχμαλώτους των Βαλκανικών πολέμων, για Εβραίους που εκτοπίσθηκαν εκεί, για σκελετούς που «ψαρεύονται» στην θάλασσα ακόμα και στις μέρες μας. Το «μεγαλύτερο ηθικό έγκλημα» του σύγχρονου ελληνικού κράτους κατά τον συγγραφέα είναι η Μακρόνησος και η εξαντλητική παράθεση ονομάτων και περιπτώσεων, αποτελούν από μόνα τους μια ελεγειακή και θλιμμένη μελωδία. Ο Φύσσας δεν διστάζει να πάρει θέση, να γράψει την άποψή του, να παραθέσει και τις δικαιολογίες των ανθρώπων που πήραν μέρος σ’αυτό το καθαρτήριο και να αποδίδει τα εύσημα στον εμβληματικό «Λοιμό» του Φραγκιά.

« «Δηλαδή απ’ όσα μου είπες, οι Έλληνες κάνανε πολύ χειρότερα στους Έλληνες απ’ ότι στους Τούρκους», είπε η Νιλουφέρ.
«Αν όσα κάνανε στους Τούρκους είναι αυτά που γράφει ο προπάππος σου, τότε ναι, οι Έλληνες στους Έλληνες κάνανε χειρότερα».
«Κι εσύ γιατί το ψάχνεις το θέμα, Στέλιο;»
«Γιατί πιστεύω ότι πρόκειται για το μεγαλύτερο ηθικό έγκλημα που έχει κάνει το ελληνικό κράτος, ακυρώνοντας την αστική δημοκρατία που υποτίθεται ότι ήταν η Ελλάδα. Αυτό, άσχετα από την ευθύνη που έχει το ΚΚΕ για τον εμφύλιο πόλεμο. Αλλά νομίζω ότι αυτό μπορούμε να το κουβεντιάσουμε μια άλλη φορά».»

Από την άλλη, έχουμε την μυθοπλασία με την ιστορία του Μέσκουλα. Η Νιλουφέρ διαδραματίζει ελάχιστο ρόλο στο βιβλίο, η δε ιστορία της δεν αναπτύσσεται καθόλου, μένει στη σκιά, περισσότερο ως εικόνα. Η κρίση είναι έντονα παρούσα σε αυτό το κομμάτι του βιβλίου, ο αφηγητής όμως δεν είναι από αυτούς που κατηγορούν τους πάντες, τους «αγανακτισμένους», βιώνει το δράμα του γνωρίζοντας τις ευθύνες του, με λογική. Μυθοπλαστικά καθαρά όμως το εγχείρημα του Φύσσα δεν αναπτύσσεται (δυστυχώς, γιατί παρουσιάζει ενδιαφέρον), είναι προβληματικό στο μεγαλύτερο μέρος του βιβλίου εκτός από την αρχή και το δραματικό φινάλε που είναι πολύ καλό. Όπως ο αφηγητής του αδυνατεί να ολοκληρώσει το μυθιστόρημά του αναγνωρίζοντας την αδυναμία του στην μυθοπλασία, κάπως έτσι κι ο συγγραφέας δεν ολοκληρώνει τον συνδυασμό που επιχειρεί, αφού η έρευνα υπερισχύει σε ενδιαφέρον και λειτουργικότητα της μυθοπλασίας.

Ο Φύσσας έγραψε ένα ιδιότυπο (όπως όλα του τα βιβλία μυθοπλασίας) μυθιστόρημα που έχει μια ορθολογική και "politically correct" στάση (ελληνοτουρκική φιλία, οι έλληνες που έκαναν κι αυτοί εγκλήματα, η Μακρόνησος με το βλέμμα ενός ανθρώπου χωρίς κομματικές αγκυλώσεις), που προτρέπει για περαιτέρω έρευνα - η βιβλιογραφία που παρατίθεται στο τέλος του βιβλίου είναι χρήσιμη και δείγμα της δουλειάς που υπάρχει από πίσω. Δυστυχώς το εγχείρημα μένει στις καλές προθέσεις αφού το δραματουργικό στοιχείο δεν αναπτύσσεται, αλλά και πάλι παραμένει ένα ωραίο και στοχαστικό μυθιστόρημα, άκρως επίκαιρο και καίριο.


«...Κάθε δείγμα της λεγόμενης "στρατοπεδικής λογοτεχνίας", ή φυλακίστικης ή συναφούς μαρτυρίας, εμπεριέχει τη μη ολοκλήρωσή του, λόγω θέματος, όποια κι αν είναι η διαπραγμάτευση του συγγραφέα. Τα βιβλία των βασανιστηρίων, των εξοντώσεων, των εγκλεισμών και των εξευτελισμών είναι πάντα και εκ σχεδίου ανολοκλήρωτα, εκ σχεδίου ημιτελή. Δεν τελειώνουνε ποτέ, επειδή, πολύ απλά, όσα πάνε να πουν δε συλλαμβάνονται ποτέ πλήρως με τον γραπτό λόγο. »