Πέμπτη, Οκτωβρίου 29, 2015
posted by Librofilo at Πέμπτη, Οκτωβρίου 29, 2015 | Permalink
Για τον Τσβάιχ, με αφορμή μια συλλογή διηγημάτων του
Γνώρισα τον Τσβάιχ από την οικογενειακή (μικρή αλλά ευπρόσωπη) βιβλιοθήκη των γονιών μου, και μέσα από τις μελοδραματικές ταινίες που έβλεπα στα θερινά σινεμά της δεκαετίας του 70 ή στις τηλεοπτικές τους προβολές. Ήταν (ομολογώ) έντονη η απέχθειά μου για τις ιστορίες του, που τις θεωρούσα ανούσιες και τόσο έξω από μένα. Η έκθεση των βιβλίων του, κυρίως των βιογραφιών του, στα καρότσια των μικροπωλητών ενδυνάμωνε την άποψή μου γι'αυτόν. Ήταν η εποχή που γνωρίζαμε τον Μούζιλ, τον Μπροχ, τον Γιόζεφ Ροτ και είχαμε διαβάσει όλον τον Κάφκα και τον Τόμας Μαν. Τι να μας πει, ο "ρομαντικός" (όπως θεωρούσαμε), και "συμβατικός" (για τα δεδομένα μας) κος Τσβάιχ.

Ο εκδοτικός πληθωρισμός της τελευταίας πενταετίας, μυθιστορημάτων ή συλλογών διηγημάτων του Στέφαν Τσβάιχ (10 βιβλία του από το 2010 στην μικρή ελληνική αγορά, πως εξηγείται άραγε;), ο θαυμασμός ανθρώπων που εκτιμώ την λογοτεχνική τους ματιά για την γραφή του, με έκαναν να αναρωτιέμαι και να έχω ενοχές μήπως έχω αδικήσει έναν συγγραφέα τόσο αγαπητό στο κοινό. Η πρόσφατη συλλογή διηγημάτων, των εκδόσεων Μεταίχμιο, με (τον ατυχή) τίτλο "Ο ΟΝΕΙΡΟΠΟΛΟΣ ΚΥΡΙΟΣ ΤΣΒΑΪΧ", (σε ανθολόγηση και μετάφραση της Γ.Λαγουδάκου, σελ. 396) είναι μια επιτυχημένη επιλογή 9 ιστοριών που γράφτηκαν σε διαφορετικές χρονικές περιόδους και είναι μια πανοραμική ματιά πάνω στο έργο του Αυστριακού συγγραφέα που γεννήθηκε στην Βιέννη το 1881, από την οποία φεύγει λόγω των Ναζί το 1935 και μετά από περιπλάνηση σε διάφορες χώρες (Αγγλία, ΗΠΑ) καταλήγει στην Βραζιλία όπου θα αυτοκτονήσει μαζί με την σύζυγό του, το 1942.

Στην συλλογή περιλαμβάνονται μερικά από τα γνωστότερα διηγήματα (ή νουβέλες) του Τσβάιχ, όπως "Το Αμόκ", "24 ώρες από τη ζωή μιας γυναίκας" και άλλα. Στις ιστορίες κυριαρχεί το ψυχολογικό στοιχείο, οι άνθρωποι που βρίσκονται στα όριά τους, ο έντονος συναισθηματισμός ενώ είναι ευδιάκριτο το ανθρωποκεντρικό στοιχείο με τους χαρακτήρες να βιώνουν έντονα την εσωτερική τους πάλη, να παθιάζονται και να μη μπορούν να ξεφύγουν από τη μοίρα τους, ενώ στα περισσότερα από αυτά η αυτοκτονία είναι η ύστατη λύση σε μια βασανισμένη ύπαρξη.

Στο θαυμάσιο "Αμόκ", που εκτυλίσσεται στους Τροπικούς, ο ήρωας (που είναι γιατρός), διαπράττει ένα μέγιστο ηθικό ατόπημα, παρασυρμένος από το πάθος του για μια γυναίκα που μόλις γνώρισε. Θα κυριευτεί από αμόκ, που περιγράφεται από τον συγγραφέα, ως "λύσσα" ή "παραφροσύνη" σαν να εισέβαλε ένα δαίμονας στον παθόντα, και δεν θα μπορεί να ελέγξει τις παρανοϊκές του ενέργειες που θα συμβάλλουν στον θάνατο της μοιραίας γυναίκας και στην δική του αυτοκτονία. Στο καλύτερο μάλλον διήγημα της συλλογής, με τίτλο "Λεπορέλα", ένα υπαρξιακό δράμα γύρω από τη ζωή μιας άγαρμπης και άχαρης Τιρολέζας καμαριέρας, μετατρέπεται σε μια ιστορία με χαρακτηριστικά θρίλερ και μια εξέλιξη που γίνεται αγωνιώδης σε μια εφιαλτική και ασφυκτική ατμόσφαιρα που καταλήγει κι αυτή σε αυτοκτονία. Στην ελεγειακή νουβέλα "24 ώρες από τη ζωή μιας γυναίκας", έχουμε μια λεπτομερή καταγραφή της γυναικείας ψυχοσύνθεσης όταν μια ηλικιωμένη γυναίκα εξομολογείται σε ένα νεαρότερο και άγνωστό της άνδρα ένα γεγονός που σημάδεψε και καθόρισε τη ζωή της και που αποτελεί το μεγαλύτερο μυστικό της.

Το ύφος του Τσβάιχ στα περισσότερα διηγήματα της συλλογής, στο αφηγηματικό επίπεδο, είναι πληθωρικό και πολύχρωμο, στηρίζεται δε,ουσιαστικά στους μεγάλους κλασσικούς του 19ου αιώνα, ενώ είναι έντονο σε πρώτο επίπεδο το μελοδραματικό στοιχείο στις ιστορίες του. Εκείνο όμως που διαφαίνεται σε δεύτερο επίπεδο είναι ο εκπληκτικός ρυθμός της αφήγησης του, τα έντονα ψυχολογικά στοιχεία στην διερεύνηση της ανθρώπινης φύσης, των αδυναμιών της και των επιπολαιοτήτων της.

Ο Τσβάιχ γνώριζε πολύ καλά πως να "κρατήσει" τον αναγνώστη του, η εξέλιξη της πλοκής στις ιστορίες του είναι εξαιρετική, ακόμα και στις πλέον αδιάφορες (για κάποιους) το ενδιαφέρον παραμένει αμείωτο λόγω της δυναμικής και της ζωντάνιας που αποπνέουν. Εξομολογήσεις και μυστικά καλά κρυμμένα για μια ζωή, αποτελούν τη βάση των ιστοριών που αφηγείται - συνήθως υπάρχει ένας ακροατής, που μένει στο υπόβαθρο καθώς ο αφηγητής αναδεικνύεται ως το μοιραίο πρόσωπο στην ιστορία.

Είναι γεγονός από την άλλη ότι οι ιστορίες του Τσβάιχ βρίθουν κοινοτοπιών και ευκολιών, ενώ είναι έντονα τα λυρικά στοιχεία (το φως που διαχέεται μέσα από τα φύλλα των δέντρων, τα λουλούδια που ανθίζουν κλπ). Τα βιβλία του γνώριζαν τεράστια επιτυχία στον Μεσοπόλεμο, όλα ήταν ευπώλητα και θεωρείτο ένας "εύκολος" και "μέτριος" ποιοτικά συγγραφέας που τα "βαριά" ονόματα των Γερμανικών γραμμάτων σνομπάρανε ελαφρώς.

Οι βιογραφίες του για μια σειρά ιστορικών προσωπικοτήτων, όπως "Μαρία Αντουανέτα", "Χάινριχ Κλάιστ", "Μαρία Στιούαρτ", "Μαγγελάνος" και πολλοί άλλοι, του προσέδωσαν φήμη και δόξα ενώ τα ευπώλητα μυθιστορήματα του, μελοδραματικά, με στρωτή και κατανοητή γλώσσα συνέβαλαν στο να θεωρείται ως ένας απλός "μπεστσελερίστας", φήμη που τον ακολούθησε ακόμα και μετά την εξορία και την αυτοκτονία του στην Βραζιλία. Καθώς τα χρόνια περνούσαν, ο Τσβάιχ είχε περάσει στη λήθη της παγκόσμιας λογοτεχνικής σκηνής.Από αυτήν την "λήθη" βγήκε (σε παγκόσμιο επίπεδο), με την κυκλοφορία της έξοχης (και ευφυέστατης) ταινίας του Γουές Άντερσον,"Grand Budapest Hotel", η οποία δεν στηρίζεται σε κάποια από τις ιστορίες του, αλλά έχει σαφή αναφορά σ' αυτόν. Το ενδιαφέρον γύρω από το έργο του τονώθηκε και τα βιβλία του επανήλθαν στην επικαιρότητα.


Η ανάγνωση της συλλογής με τα 9 διηγήματα του Τσβάιχ, δεν με έκανε θερμό θαυμαστή του, ούτε ενθουσιάστηκα ιδιαίτερα από αυτά. Αντιλαμβάνομαι τους λόγους της δημοτικότητάς του, και τον θεωρώ έναν σημαντικό μεν, αλλά ελάσσονα συγγραφέα του Μεσοπολέμου (ίσως στην ίδια θέση με τον Ε.Μ.Ρεμάρκ) - με τίποτα δεν μπορεί να σταθεί δίπλα στους γίγαντες της εποχής, Μαν, Μούζιλ, Ροτ, Μπροχ για να αναφέρω μερικούς, αλλά ο βαθύς ανθρωπισμός του και το κοσμοπολίτικο στυλ των ιστοριών του πάντα θα συγκινούν τους αναγνώστες κάθε επιπέδου και κάθε ηλικίας.