Πέμπτη, Φεβρουαρίου 27, 2020
posted by Librofilo at Πέμπτη, Φεβρουαρίου 27, 2020 | Permalink
Η κυρία Όσμοντ

Το «Πορτρέτο μιας κυρίας» είναι από τα αγαπημένα μου βιβλία του σπουδαίου Henry James. Ένα μυθιστόρημα πυκνό και σαγηνευτικό (κάποιοι βέβαια, το βρίσκουν αφόρητο), που μέσα από την ιστορία της Ίζαμπελ Άρτσερ (μετέπειτα Όσμοντ), καταπιάνεται με μερικά από τα μόνιμα θέματα, με τα οποία ασχολήθηκε ο μεγάλος συγγραφέας: τους Αμερικανούς στην Ευρώπη, την αφέλειά τους και τον θαυμασμό τους για την γηραιά ήπειρο, την αριστοκρατία της Βρετανίας και πως υποδέχεται τους «χωριάτες Αμερικανούς», το «νέο χρήμα» σε αντίθεση με το «παλιό χρήμα», την πλεονεξία και τα παιχνίδια πίσω από την πλάτη. Το να αναλάβει ένας συγγραφέας, να γράψει την συνέχεια του μοναδικού αυτού μυθιστορήματος, είναι όχι μόνο μια πράξη θάρρους αλλά και μια μοναδική περίπτωση σεβασμού και υπόκλισης στον μεγάλο Αμερικανό συγγραφέα, αλλά και δείγμα συγγραφικής αυτοπεποίθησης και φιλοδοξίας. Ο εξαίρετος Ιρλανδός John Banville (Wexford,1945), το τόλμησε, γράφοντας το sequel του φημισμένου μυθιστορήματος του Henry James, με τίτλο «Η ΚΥΡΙΑ ΟΣΜΟΝΤ» («Mrs Osmond») – (εκδ. Καστανιώτη, (μετάφρ. Τ. Κοβαλένκο σελ. 410), και τα κατάφερε με θαυμάσιο τρόπο, ολοκληρώνοντας την ιστορία της Ίζαμπελ Άρτσερ-Όσμοντ, με τρόπο που θα έκανε υπερήφανο τον δημιουργό της.


Στο «Πορτρέτο μιας κυρίας», μια ιστορία που εκτυλίσσεται στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, και που έγινε περισσότερο γνωστό στο ευρύ κοινό από την αμφιλεγόμενη κινηματογραφική του μεταφορά από την καλή σκηνοθέτιδα Jane Campion το 1996, η μορφωμένη και με ανεξάρτητη προσωπικότητα, Αμερικανίδα από το Όλμπανι της Ν.Υόρκης, Ίζαμπελ Άρτσερ, φιλοξενείται από την θεία της, κα Τάτσετ στην εξοχική της κατοικία στην Αγγλία. Ο πατέρας της Ίζαμπελ έχει πεθάνει, η Ίζαμπελ σκέπτεται πλέον την Ευρώπη σοβαρά για μόνιμη εγκατάσταση, υπό την αιγίδα των συγγενών της. Ο εξάδελφός της Ραλφ Τάτσετ, ένας φιλάσθενος νέος, την συμπαθεί ιδιαίτερα και πείθει τον πατέρα του να της αφήσει την μισή περιουσία του, μετά τον θάνατό του, ώστε να διατηρήσει την ανεξαρτησία της. Η Ίζαμπελ έχει θαυμαστές και ένας, ο Αμρικανός Κάσπαρ Γκούντγουντ, γιος ενός βιομηχάνου, την ερωτεύεται σφόδρα, αλλά προς μεγάλη έκπληξη όλων, εκείνη τον απορρίπτει, προτιμώντας την ανεξαρτησία της. Ο λόρδος Γουόρμπερτον, οικογενειακός φίλος των Τάτσετ, τρώει κι εκείνος τα μούτρα του.
Ότι όμως δεν κατάφεραν οι αριστοκράτες ή πάμπλουτο Αμερικανοί και Βρετανοί τζέντλμεν, το επιτυγχάνει ο Γκίλμπερτ Όσμοντ, ένας χαρισματικός Αμερικανός, που ζει μεταξύ Ρώμης και Φλωρεντίας, χήρος και με μία κόρη, την Πάνσι που της τον γνωρίζει η μαντάμ Μερλ, μια ωραία γυναίκα η οποία γίνεται σύντομα κολλητή της φίλη. Η Ίζαμπελ ερωτεύεται τον φιλότεχνο Όσμοντ που δεν έχει δεκάρα, αλλά έχει έντονη προσωπικότητα, και γνωρίζει πώς να σαγηνεύσει μια κοπέλα που νομίζει ότι είναι εξυπνότερη και πιο δυναμική, από ότι πραγματικά είναι. Ο γάμος γίνεται παρά τις αντιρρήσεις των Τάτσετ και την απογοήτευση του εξάδελφού της, ο οποίος την προειδοποιεί για τα χειρότερα. Σύντομα, η ζωή της Ίζαμπελ μετατρέπεται σε κόλαση, κυρίως αφού πεθαίνει το αγοράκι το οποίο φέρνει στον κόσμο, έξι μήνες μετά τη γέννησή του. Ο Όσμοντ αποδεικνύεται, ένας μοχθηρός και αλαζόνας εγωιστής, που δείχνει ανοιχτά την περιφρόνησή του, προς την σύζυγό του, που την θεωρεί χαζή και ανώριμη. Τα πράγματα θα χειροτερέψουν, όταν η Ίζαμπελ υποψιάζεται και αργότερα πληροφορείται ότι ο Όσμοντ και η (ουσιαστικά προξενήτρα) κολλητή της μαντάμ Μερλ ήταν εραστές και η Πάνσι, είναι κόρη της φίλης της κι όχι της πρώτης κυρίας Όσμοντ. Εκείνο τον καιρό, ο Ραλφ Τάτσετ, ο αγαπημένος της εξάδερφος βαδίζει προς τον θάνατο, σοβαρά άρρωστος και η Ίζαμπελ πηγαίνει να τον επισκεφτεί παρά τις σφοδρές αντιρρήσεις του συζύγου της. Μετά τον θάνατο του Ραλφ, η Ίζαμπελ δεν ξέρει τι να κάνει, να γυρίσει ή όχι στον Όσμοντ; Το βιβλίο κλείνει με την ένδειξη ότι η Ίζαμπελ δείχνει εγκλωβισμένη στον γάμο της, ανίκανη να σπάσει τα δεσμά, γυρίζοντας κοντά του.

«Η προσωπική ελευθερία  ήταν γι' αυτήν ανέκαθεν ζήτημα ύψιστης σημασίας: η κάθε ζωή δίνεται μόνο μια φορά, δίχως πιθανότητα επανάληψης ή αναθεώρησης, και ο κάθε ηθοποιός, στον οποίο προσφέρεται το ζωογόνο δώρο, οφείλει να παίξει, όσην ώρα του αναλογεί πάνω στη σκηνή, με αδιάπτωτη πειστικότητα και πλήρη επίγνωση ότι υπάρχει μόνο αυτή η πρεμιέρα, ότι δεν θα γίνουν άλλες παραστάσεις. Ποια δικαιολογία είχε λοιπόν ο οποιοσδήποτε θεατής να σηκωθεί απ' το κάθισμά του, να ανέβει στη σκηνή και να επιχειρήσει να αλλάξει την πλοκή του έργου;»

Ο Μπάνβιλ συνεχίζει την ιστορία, ουσιαστικά από αυτό το σημείο. Όλα οι πρωταγωνιστές του δράματος είναι εκεί. Η Ίζαμπελ είναι μπερδεμένη και πολύ προβληματισμένη. Ουσιαστικά μέσα της, ο γάμος της με τον Όσμοντ, έχει τελειώσει. Το θέμα είναι να βρει τον τρόπο και την δύναμη να φτάσει στο τέλος. Καθυστερεί την επιστροφή της στην Ιταλία, προγραμματίζει τις κινήσεις της, χωρίς να ενημερώνει τον Όσμοντ, κάτι που τον καθιστά έξαλλο μαζί της. Η Ίζαμπελ έχει μέσα της θυμό - πολύ θυμό, αλλά και θλίψη. Γνωρίζει ότι θα πληρώνει αιώνια τις συνέπειες της λανθασμένης της επιλογής και το μόνο που την ενδιαφέρει πλέον είναι η ανεξαρτησία της. Σηκώνει ένα τεράστιο ποσό από την τράπεζα για να κερδίσει την ελευθερία της, αλλά θα προκύψει μια συνάντηση που θα την επηρεάσει. Θα συναντηθεί με μια ακτιβίστρια, την δεσποινίδα Τζέιμσον που μάχεται για τα δικαιώματα των γυναικών, αλλά είναι βαριά άρρωστη. Εκεί θα χαρίσει ένα μεγάλο μέρος από τα χρήματα της, γνωρίζοντας ότι το γεγονός αυτό, θα οξύνει τις σχέσεις της με τον Όσμοντ. Θα πάει στο Παρίσι, όπου θα συναντηθεί με την μαντάμ Μερλ και θα της κάνει μια περίεργη πρόταση ως μέρος του σχεδίου της για να εκδικηθεί τον σύζυγό της. Πλέον, για πρώτη φορά στη ζωή της, ξέρει τι θέλει και είναι έτοιμη να αντιμετωπίσει κατά πρόσωπο τον Όσμοντ στην Ιταλία, όπου ο δρόμος την οδηγεί. Η Ίζαμπελ είναι διατεθειμένη να πληρώσει ακριβά το τίμημα της ελευθερίας της και ξέρει ότι ο Όσμοντ δεν θα είναι εύκολος αντίπαλος. Είναι όμως αποφασισμένη για την τελική αναμέτρηση.

Περισσότερο Henry James, παρά John Banville - όπως όμως και να το δεις, το μυθιστόρημα, είναι υπέροχο. Ο Ιρλανδός συγγραφέας, ακολουθεί κατά γράμμα το ύφος και την δομή του «Πορτρέτου μιας κυρίας», τονίζοντας και εστιάζοντας όλη την «δράση» (πλεονασμός βέβαια η λέξη «δράση», στα βιβλία του Henry James και στο sequel του Μπάνβιλ, όπου όλα κυλάνε υπαινικτικά κι αργά) στο πρόσωπο της Ίζαμπελ, μιας γυναίκας που οι καταστάσεις την ωριμάζουν. Υπαρξιακό και στοχαστικό το βιβλίο, όπου η κάθε κίνηση και η κάθε ενέργεια της ηρωίδας, περιγράφεται με λεπτομέρεια και συνοδεύεται από τις σκέψεις της, απαιτεί αναγνωστική εγρήγορση όπως άλλωστε όλα τα βιβλία του Μπάνβιλ (αλλά και του Χ. Τζέιμς).

«Υπάρχει μια οικουμενική αλήθεια, την οποία πολύ σπάνια συνειδητοποιούν οι νέοι, αλλά και τότε ακόμη με μια αίσθηση βίαιου αιφνιδιασμού - η αλήθεια που λέει ότι όπως είναι αυτοί τώρα, έτσι ακριβώς ήταν κάποτε και οι γέροι. Μπορούμε να το θέσουμε διαφορετικά, προτείνοντας ότι κάθε γενιά θεωρεί πως είναι μοναδική κι ότι κάθε φουρνιά φρέσκων ενηλίκων πιστεύει πως απολαμβάνει ή πως υπομένει εμπειρίες, ανακαλύψεις, δυσκολίες που είναι όλες πρωτόφαντες, ξεχωριστές και που τις μοιράζονται αποκλειστικά οι ίδιοι και οι συγκαιρινοί τους. Ο κόσμος των νέων είναι πάντοτε ένας γενναίος καινούργιος κόσμος που κατοικείται από γενναίους νεαρούς ανθρώπους όπως αυτοί. Είναι μεν πρόθυμοι να σκεφτούν την πιθανότητα ότι μπορεί και οι γονείς τους κάποτε να έζησαν και να ερωτεύτηκαν, να χάρηκαν και να πόνεσαν όπως αυτοί, αλλά φυσικά, σε μια πολύ κατώτερη, πιο αδύναμη κλίμακα, ενώ στο μεταξύ θα έχουν σίγουρα λησμονήσει τα περισσότερα αν όχι όλα από αυτά που υποτίθεται πως είχαν άλλοτε βιώσει· τα παιδιά αυτών των πασχόντων από αμνησία, τους κοιτούν και χαμογελούν ή μορφάζουν, ανάλογα με τον βαθμό τρυφερότητας που έχει απομείνει ύστερα από τις εντάσεις είκοσι τόσων χρόνων οικογενειακής συμβίωσης, και, όπως οι ταξιθέτες στο διάλειμμα του έργου, σπεύδουν να τους υποδείξουν κατά τα πού πέφτει η έξοδος.»

Φινέτσα και πολύ στυλ, χιούμορ και υπέροχες σκηνές, κυρίως στους αστραφτερούς διαλόγους, χαρακτηρίζουν το μυθιστόρημα του Τζον Μπάνβιλ, ενός συγγραφέα που δεν διστάζει να ενδυθεί διαφορετικές περσόνες στην συγγραφική του πορεία. Να μη λησμονούμε ότι έχει μερικά εξαιρετικά επιτυχημένα αστυνομικά μυθιστορήματα υπογράφοντάς τα, ως Μπέντζαμιν Μπλακ, οπότε με συνέπεια και χωρίς να χάσει την προσωπικότητά του, ακολουθεί το ύφος του τεράστιου Henry James στο βιβλίο, σε σημείο που ο αναγνώστης να μη ξεχωρίζει ποιον διαβάζει. Ο Μπάνβιλ σέβεται το έργο του ειδώλου του,  δεν προσπαθεί να εντυπωσιάσει τον αναγνώστη με τρικ ή περίεργα κόλπα. Σαν καταξιωμένος συγγραφέας που είναι και χωρίς ανασφάλειες, υπηρετεί το πλάνο του με συνέπεια, γνωρίζοντας ότι εκείνος που προβάλλεται ουσιαστικά είναι ο Τζέιμς με το πρωτότυπο έργο του.

«Η ΚΥΡΙΑ ΟΣΜΟΝΤ» είναι ένα εξαιρετικό μυθιστόρημα, που σε κάνει να θέλεις να ξαναδιαβάσεις το «Πορτρέτο μιας κυρίας», σε βυθίζει με το στυλ του στον κόσμο της λογοτεχνικής ηρωίδας. Θα ρωτήσει κανείς, είναι απαραίτητο να γνωρίζεις το δεύτερο για να διαβάσεις το πρώτο; Η απάντηση είναι ναι και όχι. Σίγουρα βοηθάει πολύ το επίμετρο που βρίσκεται στο τέλος του βιβλίου, που προσφέρει μια ωραία σύνοψη του «Πορτρέτου... » (θα ήταν προτιμότερο να υπήρχε στην αρχή του βιβλίου), και έτσι μπορεί να παρακολουθήσει και να απολαύσει ο αναγνώστης το βιβλίο που κρατάει στα χέρια του. Αλλά και σε αυτή την περίπτωση, μετά θα κάνει τα πάντα για να προμηθευτεί το (δυστυχώς εξαντλημένο στην αγορά) «Πορτρέτο μιας κυρίας». Στην απόλαυση του μυθιστορήματος, συμβάλλει καθοριστικά η προσεγμένη και έξοχη απόδοση της Τονιας Κοβαλένκο.

Βαθμολογία 83 / 100



 
Σάββατο, Φεβρουαρίου 22, 2020
posted by Librofilo at Σάββατο, Φεβρουαρίου 22, 2020 | Permalink
Στην έρημη χώρα ("Τη νύχτα όλα τα αίματα είναι μαύρα")

Ιστορίες για τον Α παγκόσμιο πόλεμο (όπως και για κάθε πόλεμο), έχουν γραφτεί πολλές, και μέσα στην αναγνωστική του πορεία, κάθε βιβλιόφιλος θα "συναντήσει" αρκετές. Κάποιες θα του αρέσουν, άλλες θα του είναι αδιάφορες, με κάποιες θα συγκινηθεί, με λίγες όμως θα συγκλονισθεί, θα χάσει τον ύπνο του, και θα τις σκέφτεται για πολύ καιρό. Μια τέτοια περίπτωση αποτελεί, η εκπληκτική νουβέλα «ΤΗ ΝΥΧΤΑ ΟΛΑ ΤΑ ΑΙΜΑΤΑ ΕΙΝΑΙ ΜΑΥΡΑ» («Frere d' ame»), του Γάλλου συγγραφέα με την Σενεγαλέζικη καταγωγή David Diop (Παρίσι, 1966) - (εκδ. Πόλις, μετάφρ. Αλεξ. Κωσταράκου, σελ. 155).


Ο Ντιόπ μας μεταφέρει με μοναδικό τρόπο και με αξιοθαύμαστη οικονομία λόγου, στα χαρακώματα του Α παγκοσμίου πολέμου, μέσα από μια διαφορετική πλευρά. Έχει ως ήρωα του βιβλίου του, έναν Σενεγαλέζο στρατιώτη, ο οποίος μετά τον χαμό του αδερφικού του φίλου παραφρονεί, και μετατρέπεται σε μια φονική μηχανή, σπέρνοντας τον τρόμο και την φρίκη όχι μόνο στους αντιπάλους αλλά και στους δικούς του.

«Η άσπρη κοιλιά του είναι γυμνή, ανεβοκατεβαίνει σπασμωδικά.Ο εχθρός από απέναντι ξαφνικά λαχανιάζει και ουρλιάζει βουβά, επειδή έχω σφίξει πολύ το φίμωτρο που του κλείνει το στόμα. Ουρλιάζει βουβά, όταν του παίρνω όλα τα σωθικά από την κοιλιά για να τα βγάλω έξω στη βροχή, στον άνεμο, στο χιόνι, ή στο φως του φεγγαριού. Αν εκείνη τη στιγμή τα γαλάζια μάτια του δεν σβήσουν για πάντα, τότε ξαπλώνω πλάι του, γυρίζω το κεφάλι του προς το δικό μου και τον κοιτάζω για λίγο να πεθαίνει, μετά τον σφάζω, όπως πρέπει, με ανθρωπιά. Τη νύχτα, όλα τα αίματα είναι μαύρα. »

Ο Αλφά και ο Μαντέμπα είναι δύο νεαροί εικοσάχρονοι Σενεγαλέζοι, που φεύγουν από την πατρίδα τους για να καταταχτούν στον Γαλλικό στρατό, όταν ξεσπάει ο Α παγκόσμιος πόλεμος. Ο Μαντέμπα το βλέπει σαν ευκαιρία να γίνουν Γάλλοι πολίτες και ο Αλφά σαν πιστός του φίλος, τον ακολουθεί. Θα παρατήσουν την ήρεμη ζωή του χωριού τους, με τον παραδοσιακό Αφρικανικό τρόπο ζωής για να πάνε να πολεμήσουν σε έναν πόλεμο που δεν καταλαβαίνουν γιατί γίνεται, δεν ξέρουν τι τους περιμένει, καθώς εντάσσονται στους τυφεκιοφόρους.

Σε μια επίθεση, βγαίνοντας από τα χαρακώματα, ο Μαντέμπα πληγώνεται βαριά. Παρακαλάει τον κολλητό του, τον Αλφά να τον αποτελειώσει, να τον λυπηθεί και να τον γλυτώσει από το μαρτύριο των αφόρητων πόνων. Εκείνος δεν το κάνει και παρακολουθεί τον αδερφικό του φίλο, να σβήνει αργά και μαρτυρικά. Μετά τον θάνατο του Μαντέμπα, ο Αλφά γεμάτος ενοχές, όχι μόνο για τον θάνατο του φίλου του αλλά κι επειδή δεν βρήκε το θάρρος να τον απαλλάξει από το μαρτύριο του αργού θανάτου, γίνεται ένας άλλος άνθρωπος, που ζει μόνο για τις στιγμή που ο λοχαγός Αρμάν θα σφυρίξει μέσα από τα χαρακώματα την διαταγή της επίθεσης. Θα μετατραπεί σε μια αδίστακτη φονική μηχανή, παραμονεύοντας μετά το τέλος των επιθέσεων, μην επιστρέφοντας μαζί με τους υπόλοιπους στρατιώτες, αλλά περιμένοντας μέσα στο σκοτάδι, να σκοτώσει κάποιον ανύποπτο αντίπαλο, που είτε θα φυλάει σκοπιά, είτε θα έχει βγει από το χαράκωμά του, να κάνει ένα τσιγάρο ή να ουρήσει. Τα κομμένα χέρια των αντιπάλων – των «παιδιών με τα γαλάζια μάτια» -, που σφάζονται τελετουργικά με το μεγάλο του μαχαίρι και σβήνουν στην αγκαλιά του σιωπηλά, θα είναι το λάφυρό του. Γυρίζει στα χαρακώματα, υπερήφανος και αγέλαστος, σκορπίζοντας τρόμο και στους συναδέλφους του, που σιγά-σιγά τον απομονώνουν.


«Ναι, το κατάλαβα, μα τον αληθινό Θεό, ότι στο πεδίο της μάχης, χρειάζονται μόνο την πρόσκαιρη τρέλα. Τρελούς από λύσσα, τρελούς από πόνο, τρελούς από οργή, αλλά προσωρινά. Όχι συνέχεια τρελούς. Όταν τελειώνει η επίθεση, πρέπει να παραμερίζεις τη λύσσα σου, τον πόνο σου και την οργή σου. Ο πόνος επιτρέπεται, μπορεί κανείς να τον έχει μαζί του, με τον όρο να τον κρατάει για τον εαυτό του. Αλλά η λύσσα και η οργή δεν πρέπει να έρχονται πίσω στο χαράκωμα. Πριν επιστρέψεις, πρέπει να βγάλεις από πάνω σου τη λύσσα και την οργή σου, πρέπει να απογυμνωθείς απ' αυτές, αλλιώς δεν παίζεις το παιχνίδι του πολέμου. Η τρέλα, μετά το σφύριγμα του λοχαγού που σημαίνει την οπισθοχώρηση, είναι ταμπού.»

Ο Αλφά αποξηραίνει τα χέρια που μαζεύει και τα κρύβει. Γνωρίζει ότι όλα αυτά δεν είναι αποδεκτά, από την Ηγεσία του στρατεύματος. Θα τον στείλουν για «ξεκούραση» σε μια κλινική στα μετόπισθεν. Ένας γιατρός θα ασχοληθεί με την περίπτωσή του, αλλά ο Αλφά γνωρίζει ότι ούτε στο μέτωπο θα ξαναγυρίσει, ούτε μάλλον την πατρίδα του θα ξαναδεί. Βρίσκει καταφύγιο στις αναμνήσεις από την ζωή στο χωριό του, από τις ωραίες στιγμές - από τον έρωτά του για την Φαρί με την οποία ζήσανε μια αλησμόνητη νύχτα έρωτα προτού φύγει για την Γαλλία και τον πόλεμο, από τον Μαντέμπα και τις ωραίες μέρες που περνούσανε μαζί, αλλά και από τις άσχημες μέρες – με την φυγή της μητέρας του, και την δύσκολη ζωή με τον πατέρα του. Θα παλέψει με τις ενοχές του και τα όνειρά του, με τους εφιάλτες και τις αναμνήσεις του, έχοντας χάσει πλέον τον εαυτό του, βλέποντας ότι στα μάτια των «πολιτισμένων» Ευρωπαίων, δεν είναι τίποτα άλλο, παρά ένας «δαίμονας του σκότους».

Το στιβαρό και περιεκτικό μυθιστόρημα του Ντιόπ, αναφέρεται σε ένα όχι τόσο γνωστό κεφάλαιο του Α παγκοσμίου πολέμου, την στρατολόγηση των Αφρικανών από τις Αποικίες στους στρατούς των εμπλεκόμενων πλευρών. Όπως αναφέρει στο εξαιρετικό της επίμετρο, η ιστορικός Έφη Γαζή, οι μεγάλες δυνάμεις ήδη από τα μέσα του 19ου αιώνα, στρατολογούσαν ανθρώπους από τις Αποικίες στις τάξεις τους. Στην αρχή υποστηρικτικά, αργότερα όμως από το τέλος του αιώνα ως κανονική «τροφή για τα κανόνια», τοποθετώντας τους στην πρώτη γραμμή των μαχών, αφού θεωρούντο από την κοινή συνείδηση, ως «πολεμοχαρείς», «ιδιαίτερα άγριοι» αν και «απειθάρχητοι». Το σοκ της εμφάνισης τους, στους κατοίκους των Αθηνών, κατά τη διάρκεια του Εθνικού Διχασμού, το 1917 μετά την επέμβαση των Γάλλων, έχει μείνει θρυλικό. Μέσα σ' αυτό το πλαίσιο, όπου η παρουσία των Αφρικανών προκαλούσε τρόμο και διχασμό στην κοινή γνώμη, αλλά από την άλλη, μέσα στους κύκλους των στρατιωτικών, θεωρούντο χρήσιμοι, εμφανίστηκαν περιστατικά όπως αυτό του Αλφά Ντάγε, που θεωρείτο καλός για να σκοτώνει, αλλά παίζοντας με τους «δικούς μας όρους»


«Είμαι ο ίσκιος που καταβροχθίζει τα βράχια, τα βουνά, τα δάση και τα ποτάμια, τη σάρκα των ζώων και τη σάρκα των ανθρώπων. Γδέρνω, αδειάζω τα κρανία και τα σώματα. Κόβω τα μπράτσα, τα πόδια και τις παλάμες. Τσακίζω τα κόκαλα και ρουφάω το μεδούλι τους. Είμαι όμως και το κόκκινο φεγγάρι που ανατέλλει πάνω από το ποτάμι, είμαι το βραδινό αεράκι που κάνει τα τρυφερά φύλλα της ακακίας να σαλεύουν. Είμαι η σφήκα και το λουλούδι. Είμαι και το ψάρι που σπαρταράει και η ακίνητη πιρόγα, και το δίχτυ και ο ψαράς. Είμαι ο φυλακισμένος και ο δεσμοφύλακας. Είμαι το δέντρο και ο σπόρος που το γέννησε. Είμαι ο πατέρας και ο γιός. Είμαι ο δολοφόνος και ο δικαστής. Είμαι η σπορά και η σοδειά. Είμαι η μητέρα και η κόρη. Είμαι η νύχτα και η μέρα. Είμαι η φωτιά και το ξύλο που το κατακαίει. Είμαι ο αθώος και ο ένοχος. Είμαι η αρχή και το τέλος. Είμαι ο δημιουργός και ο καταστροφέας. Είμαι δισυπόστατος. »

Πλημμυρισμένο με άγρια ομορφιά και λυρισμό, σφαίρες, μαχαίρια και πτώματα, σφαγιασμένους και κομμένα χέρια, αλλά και μαύρη μαγεία και τις περιγραφές της Αφρικανικής φύσης, το σαγηνευτικό μυθιστόρημα του Νταβίντ Ντιόπ είναι μια καταβύθιση στην «καρδιά του σκοταδιού», ενός ανθρώπου που ολισθαίνει προς την παράνοια. Έχει χάσει το μυαλό του και την ταυτότητά του, τα χέρια του είναι βουτηγμένα στο αίμα, χωρίς πατρίδα και χωρίς μέλλον.

Τα διλήμματα και οι προβληματισμοί που τίθενται από τον συγγραφέα, είναι όχι μόνο πολλοί αλλά και συνεχείς, σε ακολουθούν δε για καιρό μετά την ανάγνωση του βιβλίου. Ο αναγνώστης βρίσκεται διαρκώς αντιμέτωπος με την σχετικότητα των καταστάσεων και  εννοιών όπως, «το καλό και το  κακό», η «ανθρωπιά», η «τιμή», αλλά και μπροστά σε θέματα όπως είναι, η ανάγκη για επιβίωση, ο ρατσισμός, οι προκαταλήψεις και τα στερεότυπα.

Παραληρηματική γραφή, έντονη ποιητικότητα, δυναμισμός και ζωντάνια, αφηγηματικός ρυθμός που δείχνει εξαιρετικές λογοτεχνικές ικανότητες, και εικόνες που μένουν χαραγμένες για καιρό, χαρακτηρίζουν το πολυβραβευμένο βιβλίο του David Diop. Το «ΤΗ ΝΥΧΤΑ ΟΛΑ ΤΑ ΑΙΜΑΤΑ ΕΙΝΑΙ ΜΑΥΡΑ» είναι ένα συγκλονιστικό μυθιστόρημα, που η ιστορία του δεν αφορά μόνο τον (κάθε) πόλεμο, αλλά και την πορεία της ανθρωπότητας μέσα στην ιστορία.

Βαθμολογία 85 / 100
  


 
Τρίτη, Φεβρουαρίου 18, 2020
posted by Librofilo at Τρίτη, Φεβρουαρίου 18, 2020 | Permalink
SNAP
Είχα διαβάσει για το «SNAP», το αστυνομικό θρίλερ της Αγγλίδας συγγραφέως Belinda Bauer (που γεννήθηκε το 1962 στην Αγγλία, αλλά ζει στην Ουαλία τα τελευταία χρόνια), όταν το βιβλίο εμφανίστηκε στην μακρά λίστα των υποψήφιων βιβλίων για το βραβείο Man Booker, το 2018. Σιγά το πράγμα θα πει κανείς, δεκάδες βιβλία παρουσιάζονται στην μακρά λίστα. Πόσα από αυτά όμως ανήκουν στην κατηγορία της Αστυνομικής λογοτεχνίας; Σχεδόν κανένα, και πριν από λίγα χρόνια θα αποτελούσε ανέκδοτο και μόνο μια πρόταση υποψηφιότητας.

Διαβάζοντας λοιπόν τα αμφίσημα σχόλια και κείμενα, στον ξένο τύπο, για την αξία αυτού του page-turner, είχα μεγάλη περιέργεια, και προσπαθούσα κατά την ανάγνωσή του - αρκετούς μήνες αφότου εκδόθηκε στη γλώσσα μας -, να βγάλω από το μυαλό μου, κατά πόσο άξιζε ή όχι, την υποψηφιότητά του. Κάτι βέβαια που αποτελεί από μόνο του, τιμητικό τίτλο (που θα το συνοδεύει για πάντα), αλλά που από την άλλη δεν σημαίνει και τίποτα ιδιαίτερο, αφού όπως σε όλα τα βραβεία, ο πρώτος είναι πρώτος και ο δεύτερος είναι τίποτα. Διατρέχοντας λοιπόν, τις σελίδες του «SNAP» (εκδ. Bell, μετάφρ. Ν. Ιβραηνίας, σελ. 412), γρήγορα αντιλαμβάνεσαι ότι βρίσκεσαι μπροστά σε ένα άψογο page-turner, που σε καθηλώνει με τον αφηγηματικό του ρυθμό, την τρομερά ενδιαφέρουσα, αλλά στις λεπτομέρειες άνιση ιστορία του▪ ένα βιβλίο που έχει κυρίως ψυχολογικό ενδιαφέρον και κοινωνικές προεκτάσεις.

Η ιστορία που αφηγείται η Μπάουερ ξεκινάει μια καλοκαιρινή και ζεστή ημέρα του Αυγούστου, του 1998. Ο 11χρονος Τζακ, μένει στο αυτοκίνητο μαζί με τις δύο μικρότερες αδερφούλες του, την 9άχρονη Τζόι και την Μέρι που είναι ένα μωρό 2 ετών, όταν η προχωρημένης εγκυμοσύνης μητέρα τους, το αφήνει πάνω στον αυτοκινητόδρομο για να καλέσει βοήθεια από το πλησιέστερο τηλέφωνο, καθώς το αυτοκίνητο παρουσίασε κάποιο μηχανικό πρόβλημα. Του ειπε, να προσέχει τις αδερφούλες του, εκείνη δεν θα επιστρέψει ποτέ. Μετά από αρκετή ώρα, τα παιδιά ξεκινάνε μέσα στην ζέστη να την βρούνε. Μάταια όμως, ενώ κινδυνεύουν περπατώντας στο πλάι του αυτοκινητόδρομου ταχείας κυκλοφορίας και κανένας οδηγός δεν σταματάει να δει γιατί τρία μικρά παιδιά περπατάνε κινδυνεύοντας - κανείς δεν θέλει ν' ανακατευτεί. Θα τα μαζέψει μετά από αρκετή ώρα η αστυνομία.

Τρία χρόνια αργότερα. Τα τρία παιδιά ζούνε μόνα τους σε μια μικροαστική μονοκατοικία, στο Τόντον, μια απρόσωπη πόλη στην Αγγλική επαρχία. Η έγκυος μητέρα τους τελικά βρέθηκε νεκρή, φρικτά μαχαιρωμένη σε ένα πάρκινγκ του αυτοκινητόδρομου. Ο πατέρας τους, μετά από λίγο καιρό εγκαταλείπει τα παιδιά στην τύχη τους και ο Τζακ, όπως εκείνη τη μοιραία μέρα, αναλαμβάνει την ευθύνη των αδερφών του. Το σπίτι είναι γεμάτο εφημερίδες, που μαζεύει εμμονικά η 12άχρονη πλέον Τζόι, σχολείο δεν πάνε, και το φαγητό όπως και τα υπόλοιπα έξοδα, τα έχει αναλάβει ο Τζακ, ο 14χρονος που μοιάζει με 10άχρονο με το κορμί λάστιχο, που του επιτρέπει να μπουκάρει σε σπίτια χωρίς να τον παίρνει είδηση κανείς, κλέβοντας ότι βρει.

«Ο Τζακ δεν μπορούσε να θυμηθεί κάποια περίοδο που να μην ήταν οργισμένος.
Η οργή ήταν πάντα εκεί, σαν φαγούρα. Κάποιες φορές ήταν ήπια και δεν της έδινε σημασία, άλλοτε όμως ήταν τόσο έντονη και βασανιστική, που το λεπτό κορμί του δεν μπορούσε να τη συγκρατήσει, με αποτέλεσμα να σκάει η οργή σαν σπυρί και να ξερνά βία και πικρό μίσος, κάνοντάς τον να νιώθει ένα κενό μέσα του.
Για λίγο.
Ο Τζακ κατάφερνε πάντοτε να ξαναγεμίσει το κενό. Εύκολα, μέχρι τα μπούνια.
Ευχόταν να μπορούσε να σταματήσει αυτή η οργή. Να μπορούσε να σταματήσει ο ίδιος. Κάθε φορά που ξυπνούσε, εξακολουθώντας να νιώθει κουρασμένος, στο καθαρό και άνετο κρεβάτι ενός ξένου, ευχόταν να γίνει ένα παιδιάστικο θαύμα που θα γύριζε πίσω το χρόνο στην περίοδο πριν από το κράσπεδο του αυτοκινητόδρομου.
Ήταν φορές που ένιωθε σαν να μην είχε φύγει ποτέ από εκείνον τον δρόμο. Ή από εκείνη τη μέρα. Λες και είχε καθηλωθεί εκεί πέρα από τότε που εξαφανίστηκε η μητέρα του. Λες και όσα είχαν μεσολαβήσει από τότε δεν ήταν παρά ένα όνειρο, ένας αντικατοπτρισμός, μια ψεύτικη ζωή από την οποία δεν μπορούσε να βρει τρόπο να ξεφύγει.»

Η Κάθριν είναι έγκυος στο πρώτο της παιδί. Ο σύζυγός της, ο Άνταμ, είναι εμπορικός αντιπρόσωπος και λείπει συχνά, για ώρες ή και για μέρες από το σπίτι τους. Μένουν σε μια τυπική καινούργια μονοκατοικία, που είναι ίδια με όλες τις άλλες που χτίζονται σωρηδόν στην πόλη τα τελευταία χρόνια. Ο Τζακ θα μπουκάρει ως συνήθως από το μικρό παράθυρο του μπάνιου και θα βρει ένα μαχαίρι, που του θυμίζει κάτι αλλά δεν είναι σίγουρος. Θα αφήσει ένα σημείωμα στην Κάθριν - "θα μπορούσα να σε έχω σκοτώσει" - και θα ακολουθήσουν ανώνυμα τηλεφωνήματα, ουσιαστικά την ωθεί να καλέσει την αστυνομία. Εκείνη όμως δεν κάνει τίποτα, ούτε το λέει στον Άνταμ, ακόμα κι όταν εκείνος βρίσκει τα λάστιχα του αυτοκινήτου του κατεστραμμένα.

Ο ντετέκτιβ αρχιεπιθεωρητής Μάρβελ, μετατίθεται δυσμενώς στο Τόντον, μετά από μια καριέρα γεμάτη ενδιαφέρουσες υποθέσεις στο Λονδίνο. Ονειρεύεται φόνους και τρομερές επιτυχίες που θα τον επαναφέρουν στα Κεντρικά, αλλά διαπιστώνει γρήγορα ότι η τοπική αστυνομία βρίσκεται στο κυνήγι ενός νεαρού διαρρήκτη με το περίεργο όνομα "Χρυσόμαλλος", ο οποίος τους έχει ρεζιλέψει, έχοντας γίνει εφιάλτης τους. Σύντομα όμως η επιθυμία του Μάρβελ θα γίνει πραγματικότητα, καθώς θα κληθεί να διαλευκάνει ένα ατιμώρητο έγκλημα που έγινε τρία χρόνια πριν και σόκαρε την Αγγλία. Την δολοφονία μιας εγκύου μητέρας τριών παιδιών σε έναν αυτοκινητόδρομο ταχείας κυκλοφορίας.

«Μια ξαφνική σουβλιά τον έκανε να μορφάσει και να σφίξει το στήθος του - ακριβώς στο κέντρο, ανάμεσα πλευρά του.
Έτσι πρέπει να ένιωσε η μαμά.
Ξαφνικά ο Τζακ το κατάλαβε αυτό. Πέρα από κάθε αμφιβολία.
Εκείνη έκανε κουμάντο το ηλιόλουστο αυγουστιάτικο εκείνο απόγευμα πριν από μια ολόκληρη ζωή. Είχε ρισκάρει κι εκείνη το μέλλον της οικογένειάς της, χωρίς να φαντάζεται ότι θα έχανε. Χωρίς να φαντάζεται ότι ένας άγνωστος οδηγός θα σταματούσε να τη βοηθήσει και αντί γι' αυτό θα την έπαιρνε μακριά και θα κάρφωνε ένα μαχαίρι - ΑΥΤΟ ΤΟ ΜΑΧΑΙΡΙ! - στην ίδια και στο αγέννητο παιδί της.
Γιατί ποιος θα μπορούσε να φανταστεί ότι ήταν δυνατόν να συμβεί τέτοιο πράγμα;
Κανείς.
Η μητέρα του είχε κάνει ένα λάθος. Ποιος θα μπορούσε να την κατηγορήσει γι' αυτό;
Κανείς. Κανείς!
Ούτε καν ο ίδιος.
Και ο Τζακ κατάλαβε επίσης ότι όταν η μητέρα του είχε συνειδητοποιήσει τελικά αυτό που της συνέβαινε - αυτό που συνέβαινε σε όλους τους - είχε νιώσει τον ίδιο τρόμο. Τον ίδιο φόβο. Την ίδια φοβερή ενοχή. Την ίδια ανυπόφορη θλίψη.
«Μαμά! »
Η λέξη αποσπάστηκε από τα σωθικά του Τζακ Μπράιτ, από ένα μέρος τόσο βαθύ και σκοτεινό, που του έγδαρε το λαιμό και αντήχησε τραχιά μέσα στο μικρό δωμάτιο όπου ακουγόταν το βουητό του φωτοτυπικού μηχανήματος.
Κατόπιν ο Τζακ ακούμπησε το κεφάλι στα μπράτσα του και έκλαψε.»

Η Μπάουερ που εμπνεύστηκε το μυθιστόρημά της, από τον φόνο της εγκύου Marie Wilks σε έναν αυτοκινητόδρομο, το 1988 (ένα έγκλημα που παραμένει ατιμώρητο καθώς ο δολοφόνος δεν έχει συλληφθεί), δεν επικεντρώνει την ιστορία της στην προσωπικότητα του δολοφόνου ή στο «ποιος το έκανε» στοιχείο, αλλά στους χαρακτήρες, κυρίως στα παιδιά, τα εξ αντανακλάσεως θύματα αυτού του φονικού. Ο Τζακ που νιώθει την ευθύνη να προστατέψει τις μικρότερες αδερφές του, που γίνεται ένας παραβατικός έφηβος, που βλέπει όνειρα με την μητέρα του, που αναπαριστά συνέχεια στο μυαλό του την ημέρα που την χάσανε και που δεν θα σταματήσει να ψάχνει τον δολοφόνο της, είναι ένας εκπληκτικός μυθιστορηματικός χαρακτήρας που κινεί και δονεί το βιβλίο. Με έναν πατέρα απόντα κυριολεκτικά και μεταφορικά, βρίσκονται δίπλα του, οι δύο αδερφές του, η Τζόι που τρία χρόνια στοιβάζει τις εφημερίδες σπίτι τους, σχηματίζοντας έναν πραγματικό λαβύρινθο και η μικρή Μέρι που τρία χρόνια δεν έχει βγει από την αυλή τους και που της αρέσουν οι ιστορίες με βρυκόλακες – παιδιά που η κοινωνία της μικρής πόλης, δεν αναρωτήθηκε ποτέ πως ζουν, πως μεγαλώνουν, αφού κανείς δεν θέλει ν’ ανακατευτεί (ένα μοτίβο που επανέρχεται συχνά-πυκνά στην αφήγηση).

Το πρόβλημα με το «SNAP», είναι η βασική ιστορία που δεν απογειώνεται, δεν έχει εντάσεις, δείχνοντας ανισότητα, ενώ είναι γεμάτη από συμπτώσεις που εξυπηρετούν βέβαια την πλοκή αλλά αδυνατίζουν την αληθοφάνεια της. Είναι όμως τόσο ωραία η ψυχολογική διάσταση της ιστορίας και εξαιρετικός ο αφηγηματικός ρυθμός που από ένα σημείο και μετά δεν σε ενδιαφέρει αν θα βρεθούν τα απαραίτητα στοιχεία για να κατηγορηθεί ο βασικός ύποπτος ή αν θα ομολογήσει εκείνος, αλλά για το τι θα γίνει με αυτή την κατεστραμμένη οικογένεια και τον θαυμάσιο Τζακ. Η Μπάουερ που δήλωσε ότι εμπνεύστηκε από το «ΣΑΛΕΜΣ ΛΟΤ» του Στ. Κινγκ (όπου κι εκεί ήρωας είναι ένα 12χρονο παιδί), δείχνει αξιοσημείωτη ικανότητα στην αποτύπωση των αγωνιών και του άγχους της παιδικής ηλικίας, στα συναισθήματα και στις μεταπτώσεις, των ψυχολογικά τραυματισμένων μικρών ηρώων της.

Μυθιστόρημα ενηλικίωσης αλλά και επιβίωσης, το «SNAP», είναι ένα συγκινητικό και συναισθηματικό page-turner θρίλερ, που με τον κινηματογραφικό του ρυθμό σε παρασέρνει και δεν θέλεις να το αφήσεις από τα χέρια σου. Δεν είναι «μεγάλη» λογοτεχνία, αλλά είναι ωραία λαϊκή λογοτεχνία που μπορεί ελκύσει όλα τα είδη αναγνωστών, και αυτό δεν είναι καθόλου εύκολο και σίγουρα έχει μεγάλη αξία – αν βέβαια αυτό, αξίζει για να εισέλθεις δίκαια ή όχι, στον προθάλαμο των Man Booker, είναι άλλη κουβέντα.

Βαθμολογία: 78 / 100



 
Τρίτη, Φεβρουαρίου 11, 2020
posted by Librofilo at Τρίτη, Φεβρουαρίου 11, 2020 | Permalink
"Το τραγούδι της σάλπιγγας και άλλα διηγήματα"

Υπάρχουν άπειρες συλλογές διηγημάτων που μπορεί κάποιος να διαβάσει. Υπάρχουν συλλογές διηγημάτων εξαιρετικών συγγραφέων και άλλες παντελώς αγνώστων ή πρωτοεμφανιζόμενων. Δύσκολα όμως θα συναντήσεις υποδειγματικές συλλογές διηγημάτων▪ μια τέτοια είναι η εκπληκτική «ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΗΣ ΣΑΛΠΙΓΓΑΣ και άλλα διηγήματα» («Ten selected stories from COLLECTED STORIES»), του σπουδαίου Αμερικανού συγγραφέα (και μάλλον άγνωστου στη χώρα μας), Wallace Stegner (1909 Iowa – 1993 New Mexico) – (εκδ. Gutenberg, σειρά Aldina, μετάφρ. Γ. Παλαβός, σελ.238).


Στο βιβλίο δημοσιεύονται 10 διηγήματα, από αντιπροσωπευτικές περιόδους του συγγραφέα, που στην χώρα του έγινε περισσότερο γνωστός ως μυθιστοριογράφος. Η ανθολόγηση που έγινε από τον μεταφραστή (και διηγηματογράφο) Γιάννη Παλαβό, περιλαμβάνει (όπως αναφέρεται στον πρόλογο του βιβλίου) τέσσερα από τα γνωστότερα διηγήματα που έχει γράψει, εμπνευσμένα από τα παιδικά χρόνια του συγγραφέα στον Καναδά, ένα διήγημα που είναι ουσιαστικά ταξιδιωτικό χρονικό, ένα από την ακαδημαϊκή του καριέρα, και τέσσερα διηγήματα από την Δύση και την περιφέρεια του Βερμόντ. Τα διηγήματα είναι γραμμένα από το 1938 έως το 1948 και είναι όλα μεταφράσεις από την πλήρη έκδοση διηγημάτων του Στέγκνερ («Collected stories»)

Στο ομώνυμο διήγημα («Το τραγούδι της σάλπιγγας»), ένα παιδί που βαριέται σε μια φάρμα, και προσπαθεί να περάσει τις ατέλειωτες καλοκαιρινές ημέρες των διακοπών, στήνοντας ποντικοπαγίδες και μετρώντας την λεία του καθημερινά, διαβάζει ποίηση του Τένισον μαζί με καταλόγους από πολυκαταστήματα ενώ ξεσκίζει (κυριολεκτικά) όποτε πιάνει τους τυφλοπόντικες με σύμμαχό του μια νυφίτσα.
Στο τόσο λυρικό και μελαγχολικό «Η γλύκα των παραμορφωμένων μήλων», ένας ζωγράφος και η σύζυγός του, διασχίζουν ένα απομακρυσμένο δάσος στο Βερμόντ ψάχνοντας τοπία για πίνακες, όπου συναντούν έξω από μια αγροικία, μια γυναίκα με την νεαρή άρρωστη κόρη της, ενώ στο αριστουργηματικό (και πιο διάσημο από τα διηγήματα του Στέγκνερ) «Διπλή γωνία», ένα ζευγάρι με τα δίδυμα παιδιά του, θα υποδεχτεί στην φάρμα τους, την μητέρα του συζύγου που έχει άνοια, σε μια συμβίωση που ξεκινάει με τις καλύτερες προθέσεις αλλά καθίσταται αφόρητη.
Στο «Ταξίδι στην πόλη», μια προγραμματισμένη εκδρομή μιας οικογένειας, από την απομονωμένη φάρμα στην πόλη, για να παρακολουθήσουν κάποιες εορταστικές εκδηλώσεις, ματαιώνεται λόγω της βλάβης του αυτοκινήτου τους, απογοητεύοντας το παιδί που ονειρευόταν καιρό αυτή την ημέρα, ενώ στο διαφορετικό από την υπόλοιπη ατμόσφαιρα του βιβλίου, πολύ καλό «Ηφαίστειο», ένας Αμερικανός πηγαίνει με έναν ντόπιο οδηγό σε ένα χωριό του Μεξικού όπου αναδύθηκε ένα ηφαίστειο σε ένα χωράφι (και συνέχισε να αναδύεται για μήνες φτάνοντας τα 423 μέτρα - τρου στόρι) καλύπτοντας με στάχτες όλη την περιοχή.

«Είδε την κοπέλα και τον φίλο της, τα μόνα νεαρά πλάσματα σ' έναν τόπο γήρατος και θανάτου, ξαπλωμένους κάτω από τις γέρικες μηλιές. Με αμείλικτη διαύγεια είδε κυρίως την κοπέλα - πολύ εύθραυστη για έρωτα, παιδί και πρόωρα γερασμένη, λιπόσαρκη, με τα κόκαλα στο στήθος της ανάγλυφα - να γέρνει στην αγκαλιά του αγρότη, με το αναιμικό της πρόσωπο ανασηκωμένο για να δεχτεί τα φιλιά του και το κοκαλιάρικο κορμί της ήσυχο κάτω απ' τα βαριά και τραχιά χέρια του.
Ήταν η ευκαιρία της ζωής της, η μόνη στιγμή που ίσως ο αέρας να μετέφερε τη γύρη από τον στήμονα στον ύπερο, που η συγκυρία της γονιμότητας πιθανώς να ξεγελούσε τη στείρα κληρονομιά. Αλλά κάτι δεν πήγε καλά. Η Μάργκαρετ πάσχιζε να καταλάβει τί. Θα μπορούσε να ήταν οτιδήποτε, κάτι ασήμαντο. Ούτε η κοπέλα θα γνώριζε. Ίσως να έφταιγε απλώς ότι από μόνη της δεν ήταν επαρκής, ότι η σάρκα, τα οστά και η δίψα γι' αγάπη δεν έφταναν.» («Η γλύκα των παραμορφωμένων μήλων»)


Στο (ίσως καλύτερο διήγημα της συλλογής) θαυμάσιο «Πουλάρι», ένα παιδί (λες και πρόκειται πάντα για το ίδιο παιδί), ξεχνάει έξω από τον στάβλο μια ετοιμόγεννη φοράδα, η οποία κατά τη διάρκεια της νύχτας γεννάει ένα όμορφο ξανθό πουλάρι, τα σκυλιά από τις κοντινές φάρμες επιτίθενται στη μάνα, η οποία τρέχει, κι έτσι το πουλάρι τραυματίζεται. Το παιδί έχει ενοχές και φροντίζει το πουλάρι, παρακαλώντας να μη το σκοτώσουν καθώς δεν γίνεται να φροντίζουν ένα κουτσό άλογο.
Στο διήγημα «Πριονιστές», περιγράφεται η πρώτη εμπειρία ενός νεαρού να δουλέψει μαζί με πριονιστές ξυλείας και οι σκληρές συνθήκες που αντιμετωπίζουν, ενώ στο διήγημα «Το Ξέφωτο με τις Βατομουριές», ένα νεαρό ζευγάρι κατά τη διάρκεια του Β παγκόσμιου πολέμου, έχουν πάει για πικνικ, εκείνος υπηρετεί στο στρατό κι εκείνη κρατάει τη φάρμα. Ψάχνοντας για βατόμουρα ατενίζουν τις φάρμες που αντιμετωπίζουν οικονομικά προβλήματα και παρουσιάζουν εικόνες εγκατάλειψης ενώ συζητάνε για το μέλλον τους.
Στο «Λυκόφως», ένα γουρούνι που πάει για σφάξιμο και οι κραυγές του, θα προκαλέσει πρωτόγνωρα συναισθήματα στο παιδί, που βλέπει τον πατέρα του να ετοιμάζεται για την σφαγή, ενώ κατά τη διάρκεια της διαδικασίας που θα παρακολουθήσει και θα μετατραπεί σε φρικιαστικό κυνηγητό, θα δοκιμαστούν οι αντοχές του, σαν ένα είδος καλωσορίσματος στην αγροτική ζωή.
Η συλλογή κλείνει με το εξαιρετικό «Θέα από τη Βεράντα», όπου σε μια φοιτητική εστία με υπέροχη και μεγάλη βεράντα, όπου διαμένουν απόστρατοι του Β παγκόσμιου πολέμου, που σπουδάζουν στο τοπικό πανεπιστήμιο, ενώ οι περισσότερες από τις συζύγους δούλευαν σε αυτό, ετοιμάζεται ένα πάρτι για το τέλος της περιόδου. Κατά τη διάρκεια του πάρτι, πάθη θα ξεσπάσουν με την ανάλογη βία, που έρχεται σε αντίθεση με την ειδυλλιακή φύση που περιβάλλει την φοιτητική εστία.

«Κι αν εδώ , σ' αυτό το δάσος της Ιντιάνα, πλάι στο ήσυχο ποτάμι όπου ζούσαν προετοιμάζοντας ένα μέλλον γεμάτο ταπεινές προσδοκίες, κι αν εδώ, μακριά από τη ζούγκλα και τη σαβάνα όπου περιμένει κανείς να συναντήσει λιοντάρια και ο κίνδυνος φωλιάζει στο σκοτάδι, κι αν ακόμα κι εδώ ο φόβος παραμόνευε αλαφροπατώντας και γρυλίζοντας τις νύχτες; Αυτή η εστία όπου ζούσαν συντροφικά ήταν ζωσμένη από σκοτεινά νερά κι από ακόμα σκοτεινότερα δάση, όπου καραδοκούσε ο κίνδυνος. Αυτός ο ψηλός εξώστης που μπορούσε να τον πλημμυρίσει με φως πατώντας έναν διακόπτη κι αυτή η κοινότητα που την ένωναν τα νιάτα, η μελέτη, τα κοινά βιώματα και οι κοινές ελπίδες, η κοινή πίστη στο μέλλον - όλα ήταν εύθραυστα σαν καλάμια, ευάλωτα σαν αχυροκαλύβες, και δεν χρειαζόταν να αναλογιστεί όσα έγιναν εκείνο το βράδυ ούτε να δει το μικροσκοπικό φως του Ρίτσαρντς που ξεπρόβαλλε κι έπεφτε πάνω της από την όχθη, για να συνειδητοποιήσει πως ότι είχε ζήσει επί έξι χρόνια δεν τέλειωσε και ίσως δεν θα τέλειωνε ποτέ για κανέναν τους. Τίποτα δεν χρειαζόταν για να καταλάβει πως κατά βάθος ήταν μόνοι, τρομαγμένοι κι εγκλωβισμένοι, καθένας με τ' αφτιά του τεντωμένα για να συλλάβει κάποιο μουγκρητό στο δάσος, κάποιο ανεπαίσθητο κυμάτισμα του νερού, τον ψίθυρο ενός βήματος στο σκοτάδι.» (Θέα από τη Βεράντα»)


Παιδιά που η πραγματικότητα τα προσγειώνει στον σκληρό κόσμο, γυναίκες που αναλαμβάνουν τα ηνία σε καταστάσεις μπερδεμένες (οι γυναίκες σε όλες τις ιστορίες είναι δυνατότερες από τους άντρες), ζευγάρια που αντιμετωπίζουν οικονομικά προβλήματα με τις φάρμες τους ή με την προσαρμογή στην πραγματικότητα. Τα διηγήματα είναι βαθιά ανθρώπινα και ο λυρισμός είναι διαρκώς παρών, ακόμα και στις βιαιότερες σκηνές.

Χαμηλόφωνο και υπαινικτικό ύφος – με το understatement (θα μπορούσαμε να το χαρακτηρίσουμε ως «ευφημισμό») να κυριαρχεί στον λόγο του Στέγκνερ. Σκληρές σκηνές από την αγροτική καθημερινότητα, έρχονται σε αντίθεση με την ειδυλλιακή ατμόσφαιρα της εξοχής, ενώ τα τοπία απεικονίζονται με καθαρότητα βλέμματος και σαφήνεια. Είναι μοναδική η ικανότητα του συγγραφέα να εισέρχεται κατευθείαν στην καρδιά της ιστορίας που περιγράφει, να μη βάζει «περιττά» στοιχεία και με λιτότητα να χτυπάει κατευθείαν στον στόχο.

Η οικονομία του λόγου, εξάλλου, είναι κάτι που παρατηρεί κανείς από την πρώτη σελίδα. Ο συγγραφέας μπορεί να μη περιγράφει σκηνές εντυπωσιακές, να μην έχει δραματουργικές κορυφώσεις στις ιστορίες του, αλλά ακόμα κι όταν δεν συμβαίνει τίποτα ή ακόμα κι όταν έχουμε μπροστά μας κάτι που δείχνει κοινότοπο, είναι η αφηγηματική ικανότητα του Στέγκνερ που το κάνει εντυπωσιακά σαγηνευτικό. Η ανάγκη για τρυφερότητα και αγάπη, η αίσθηση του ανήκειν, η δύναμη της φύσης, η παιδική ηλικία και η μοναξιά της, η ανάγκη για επιβίωση, η αντιφατικότητα των ανθρώπων, όλα αυτά περνάνε με υπαινικτικό και υποδόριο τρόπο από τις υπέροχες ιστορίες, συνιστώντας μια καθαρή λογοτεχνική απόλαυση.

Να τονίσω την πολύ καλή δουλειά του μεταφραστή Γ. Παλαβού στον πρόλογο που εισάγει τον αναγνώστη στο έργο του Στέγκνερ, αλλά και στην ανθολόγηση των ιστοριών που προσφέρουν ένα πανόραμα του έργου του. Η ωραία και φροντισμένη έκδοση, συνοδεύεται (εκτός από χρονολόγιο στο τέλος και) από την ομιλία που έδωσε ο συγγραφέας στην Αθήνα, κατά τη διάρκεια μιας πολυήμερης επίσκεψής του, τον Οκτώβριο του 1963.

Βαθμολογία 85 / 100


 
Παρασκευή, Φεβρουαρίου 07, 2020
posted by Librofilo at Παρασκευή, Φεβρουαρίου 07, 2020 | Permalink
"Tramps like us baby, we were born to run" ("Ροκσταρ" και "Άλμπουμ Διασκευών")

«The highways jammed with broken heroes
On a last chance power drive
Everybody's out on the run tonight
But there's no place left to hide
Together, Wendy, we can live with the sadness
I'll love you with all the madness in my soul
Oh, someday girl, I don't know when
We're gonna get to that place
Where we really want to go, and we’ll walk in the sun
But till then, tramps like us
Baby, we were born to run» (Bruce Springsteen «Born to Run»)

Τα δύο βιβλία για τα οποία γράφω σήμερα, τα διαπερνάει απ' άκρη σ' άκρη η ροκ μουσική και η μυθολογία της. Προσοχή, δεν είναι βιβλία για την ροκ, είναι λογοτεχνικά έργα (με αξιοσημείωτες αφηγηματικές αρετές) που αποτίουν φόρο τιμής (και αρκετά παραπάνω), στο μουσικό αυτό είδος. Είναι όμως και δύο πολύ διαφορετικά, παρότι συγγενή μεταξύ τους βιβλία, ενώ οι συγγραφείς τους παρότι γεννήθηκαν στην Βόρεια Ελλάδα, μετακόμισαν στην εφηβεία τους στην Θεσσαλονίκη, όπου εκεί δραστηριοποιήθηκαν επαγγελματικά - ο Τσιτσόπουλος έχει πλέον μετακομίσει στην Αθήνα, και ίσως μείνει πλέον στην πρωτεύουσα, αλλά βαθιά μέσα παραμένει Σαλονικιός.

Το «ΡΟΚ ΣΤΑΡ» (Εκδ. Μεταίχμιο, σελ.348), ένα υβριδικό μυθιστόρημα που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως «autofiction», αν επιθυμούμε να το κατηγοριοποιήσουμε κάπου, αποτελεί την πρώτη λογοτεχνική απόπειρα του δημοσιογράφου και ραδιοφωνικού παραγωγού Στέφανου Τσιτσόπουλου (Αλεξανδρούπολη, 1964), ενώ η συλλογή διηγημάτων, του πολυπράγμονος (με πάντα την μουσική να κυριαρχεί στην ζωή του), Μπάμπη Αργυρίου (Σέρρες, 1960) με τίτλο «ΑΛΜΠΟΥΜ ΔΙΑΣΚΕΥΩΝ»  («Εκδ. Mic Books, 336), αποτελείται από ιστορίες που εμπνεύστηκε ο συγγραφέας από μουσικούς και συγκροτήματα της ροκ.
Έχουμε δηλαδή μπροστά μας, δύο ιδιαίτερα αξιόλογα και ποιοτικά λογοτεχνικά βιβλία από δύο ανήσυχα πνεύματα που γεννήθηκαν την δεκαετία του '60, η ροκ μουσική, άλλαξε τη ζωή τους, και παρακολούθησαν - έχοντας τα ίδια ακούσματα -, στην αρχή ως φανατικοί ακροατές, στη συνέχεια ως άμεσα εμπλεκόμενοι με ραδιοφωνικές εκπομπές, περιοδικά και άλλα μέσα, την πορεία της μουσικής από την δεκαετία του 70 και μετά.


Το «ΡΟΚ ΣΤΑΡ», όπως ίσως θα περίμενε κάποιος από τον τίτλο του, δεν αφηγείται τη ζωή ενός τραγουδιστή της ροκ μουσικής, αλλά είναι μια εξομολόγηση, και ταυτόχρονα μια κατάθεση ψυχής, ενός ανθρώπου που ζει και αναπνέει για τη μουσική, προς έναν από τους μεγαλύτερους συγγραφείς του 20ου αιώνα, του σπουδαίου Αμερικανού J.D.Salinger και κυρίως του περίφημου μυθιστορήματός του «Catcher in the Rye» ή όπως μεταφράστηκε στα ελληνικά από την Τζένη Μαστοράκη, «Ο Φύλακας στη σίκαλη» στην δεκαετία του 70 και εκδόθηκε ξανά, με νέα επιμέλεια αλλά και καινούργιο τίτλο ως «Στη σίκαλη, στα στάχια, ο πιάστης» που προσωπικά τον βρίσκω αποτυχημένο, παρότι σωστότερο εκφραστικά (γι'αυτό εδώ θα χρησιμοποιώ τον πρώτο τίτλο).

Ο Τσιτσόπουλος φρονίμως ποιών, δεν κάθησε να γράψει μια βιογραφία του Σάλιντζερ - παρότι στο βιβλίο του περνάνε αρκετά βιογραφικά στοιχεία του συγγραφέα. Έγραψε ένα αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα, με ήρωα έναν άνθρωπο που μεγαλώνει στην Ξάνθη της δεκαετίας του '70, με τις αφίσες των συγκροτημάτων της εποχής και της Ντέμπι Χάρι στο δωμάτιο του (η σκηνή της συνάντησής τους, είναι από τα κορυφαία κεφάλαια του βιβλίου), και που αίφνης μεταβάλλεται «εντός του ο ρυθμός του κόσμου» με την ανάγνωση του «Φύλακα στη σίκαλη» και της «γνωριμίας» του, με τον απίθανο Χόλντεν Κώλφιλντ, τον μοναδικό ήρωα του μυθιστορήματος του Σάλιντζερ.

«Τα τραγούδια μου είναι οι αναμνήσεις μου, οι αναμνήσεις μου είναι το αίμα μου, τις ακούω να κυλάνε, οι δίσκοι και το μικρόφωνο είναι το μουσείο της Φυσικής μου Ιστορίας. Αυτό είναι το ροκενρόλ μου.»


Η διαδρομή από τα σχολικά χρόνια στην Θράκη, στα φοιτητικά στην Θεσσαλονίκη, η ενασχόληση με την δημοσιογραφία και το ραδιόφωνο, η μουσική σκηνή της Θεσσαλονίκης, όπως και ο ρυθμός της πόλης, ο Μύλος (ένα απόλυτα επιτυχημένο πολιτιστικό πρότζεκτ την δεκαετία του '90 στην Θεσσαλονίκη που γνώρισε μιμητές σε όλη την Ελλάδα), και το ραδιόφωνό του, οι γνωριμίες με συγκροτήματα και τραγουδιστές που θαύμαζε, το περιοδικό Soul, η κάθοδος στην Αθήνα τον τελευταίο χρόνο και η εκπομπή που κάνει στον σταθμό της Athens Voice, όλα αυτά περιγράφονται με νευρώδη και ζωντανό τρόπο μέσα από την ορμητική αφήγηση του συγγραφέα.

Τίτλοι τραγουδιών, στίχοι από αρκετά από αυτά, ονόματα μουσικών και συγκροτημάτων και ιστορίες γύρω από αυτούς κατακλύζουν το βιβλίο, σε ένα ακατάσχετο name dropping, που όρεξη να έχεις, να ακούς ταυτόχρονα με την ανάγνωση του. Εδώ βρίσκεται και μια από τις μεγαλύτερες αρετές του, αλλά ταυτόχρονα και ένα από τα μειονεκτήματα ενός βιβλίου, που αντικειμενικά, δεν είναι για τον καθένα. Όποιος αγνοεί την πορεία του ροκενρόλ από την δεκαετία του 50 έως τις μέρες μας, όποιος δεν έχει ακούσει αρκετά (όχι ένα δυο τραγούδια απλά για να ξέρουμε τι γίνεται) αυτό το είδος μουσικής, δεν έχει ασχοληθεί να ψάξει τι ακριβώς γίνεται με τη σκηνή της Νέας Υόρκης, της Δυτικής Ακτής, την επανάσταση του πανκ, το Μέμφις, καλύτερα να μη πιάσει αυτό το βιβλίο, στη μέση θα χαθεί, μάλλον θα το αφήσει από τα χέρια του.

«Δεν τελειώνει η έρευνα. Ανελέητη η ακτινογράφηση και για τους αναλυτές συμπεριφοράς του Κώλφηλντ, αφού δεν σταμάτησε ποτέ αυτό το βιβλίο, λένε οι εγγράμματοι ψάχτες-πιάστες, να απασχολεί τους ειδικούς για την εφηβεία. Πρόσκαιρη ή παρατεταμένη. Το δεύτερο, αν συμβεί, λένε οι ειδικάρες, είναι παθογένεια. Ως και χάπια βαριά σηκώνει. Όχι, παίζουμε. Κι ας πέρασε τόσος χρόνος από το 1951 ή βγήκαν κι άλλα βιβλία, πάλι με έφηβους παρακρουσιακούς, αλλά και γεμάτα με μουσική, ειδύλλια, αδιέξοδα, αποβολές, αποσυνάγωγους, κορίτσια και εξαφανίσεις. Σαν αυτό, κανένα. Λένε. Ούτε το Trainspotting του Ίρβιν Γουέλς, ούτε το Λιγότερο από μηδέν του Μπρετ Ίστον Έλις. Που ειδικά του Μπρετ Ίστον του ανάγωγου ασεβή, και πως του φέρθηκε του μπάρμπα μου του Τζέι Ντι, θα του τα χώσω μετά.»


Δεν είναι όμως, μόνο η λογοτεχνία (δεν είναι μόνο ο Σάλιντζερ αλλά και αρκετοί συγγραφείς ως άλλοι ρόκερς και βιβλία που αναφέρονται), και η μουσική που κυριαρχούν στο βιβλίο αυτό. Μέσα από τις σελίδες του, περνάει το πολιτιστικό γίγνεσθαι της χώρας τις τελευταίες τρεις δεκαετίες, η κουλτούρα των νεοελλήνων και πως διαμορφώθηκε και διαφοροποιήθηκε αυτά τα χρόνια. Ο Τσιτσόπουλος επιδεικνύει μεγάλη ικανότητα, στη δομή και στον ρυθμό του ιδιόμορφου (κάτι σαν) «μυθιστορήματός» του, παρουσιάζοντας αξιοσημείωτες λογοτεχνικές αρετές που εκπλήσσουν. Εγκιβωτίζοντας ηλεκτρονικές επιστολές από την αλληλογραφία του με την Σώτη Τριανταφύλλου (περισσότερο) και με τον Χρήστο Χωμενίδη (λιγότερο), αφιερώνοντας κεφάλαια στις συζητήσεις του με την μεταφράστρια Τζένη Μαστοράκη για τον «Φύλακα στη σίκαλη» (και όχι μόνο), δίνει μια μεταμοντέρνα χροιά στο βιβλίο, ενώ με την εισαγωγή στην «ιστορία», της φανατικής με τον Σάλιντζερ, ηθοποιού Γουινόνας Ράιντερ, προσδίδει μια άλλη διάσταση στο μυθιστόρημα.

Ζωντανό και άκρως συναισθηματικό και ρομαντικό, το «ΡΟΚ ΣΤΑΡ», είναι ένα θαυμάσιο autofiction, που είτε σε χτυπάει κατευθείαν στην καρδιά, είτε δεν σ' αγγίζει καθόλου· δεν υπάρχει μέσος όρος, είναι ένα βιβλίο που εάν λατρεύεις την ροκ και έχεις γεννηθεί την δεκαετία του '60, θα ξυπνήσει μέσα σου αναμνήσεις, θα σε πάει πέρα από ένα απλό λογοτεχνικό έργο. Είναι όμως και ένας ειλικρινής και αφοπλιστικός φόρος τιμής στον J.D.Salinger και στο αριστούργημά του, που εάν έστω και λίγο σε άγγιξε «Ο Φύλακας στη σίκαλη» θα παρασυρθείς με το πάθος του συγγραφέα για το είδωλό του.

Βαθμολογία 81 / 100

Τρίτη λογοτεχνική απόπειρα του Μπάμπη Αργυρίου το «ΑΛΜΠΟΥΜ ΔΙΑΣΚΕΥΩΝ», μια εύστροφη και ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα συλλογή διηγημάτων μετά τα δύο μυθιστορήματα που προηγήθηκαν και έχουν κι αυτά ως κεντρικό θέμα το πάθος με την μουσική («Έχω όλους τους δίσκους τους» και «Προτιμώ τα παλιά τους»). Τι είναι όμως αυτή η συλλογή ιστοριών, αυτό το βιβλίο, που μοιάζει να είναι βγαλμένο μέσα από την φαντασία του κάθε μουσικόφιλου, ο οποίος διαβάζει τους στίχους ενός αγαπημένου του τραγουδιού και αναπλάθει (ή μεταπλάθει) μια ιστορία μέσα από αυτούς τους στίχους; Αυτή η συλλογή διηγημάτων, μπορεί να μη πρωτοτυπεί ως προς την σκέψη - όσοι αγαπάμε τη μουσική το έχουμε σκεφτεί αυτό ή έχουμε διαβάσει απόπειρες να μεταφερθούν στίχοι σε διήγημα -, πρωτοτυπεί όμως με το ευφάνταστο των ιστοριών.


38 ιστορίες υπάρχουν στο βιβλίο. 38 ιστορίες που έχουν ως τίτλο τους, μουσικούς και συγκροτήματα που τις ενέπνευσαν. Tom Waits, The Cure, The Beatles, The Walkabouts, Nick Cave, Dead Can Dance, Nick Drake, Rage against the Machine/Magazine, Lou Reed, Ramones, Bob Marley, R.E.M., Talking Heads, Rory Gallagher, Sex Pistols, Bob Dylan, Patti Smith, Tindersticks, Black Sabbath, Simon & Garfunkel, The Go-Betweens, David Bowie, Calexico, Joy Division, Massive Attack, The Rolling Stones, Tim Buckley, Radiohead, Iggy Pop, The Clash, Nirvana, Neil Young, Leonard Cohen, Pink Floyd, PJ Harvey, The Doors και Bjork αλλά και Various Artists.

«Το ροκ είναι βασικά εφηβική μουσική, που αντικατοπτρίζει τους ρυθμούς, τις ανησυχίες και τις φιλοδοξίες μιας συγκεκριμένης ηλικιακά ομάδας. Όταν ενηλικιώνεται, γίνεται κάτι άλλο, εξίσου σημαντικό αλλά διαφορετικό από το πρωτότυπο. Στα πρώτα χρόνια του το ροκ ήταν ένα τεράστιο πάρτι και η φιλοδοξία όλων ήταν να μη σταματήσει αυτό το πάρτι τα επόμενα χρόνια. Γιατί το πάρτι ήταν το μόνο πράγμα που είχαν για να γαντζωθούν πάνω του, το μόνο πράγμα που πίστευαν και στο οποίο βασίζονταν, μια πηγή νιότης και ενέργειας, που τους διατηρούσε ζωντανούς, τους στήριζε χωρίς να τους καταβροχθίζει. Το πάρτι ήταν η αναζωογονητική εναλλακτική στη βαρεμάρα της χωρίς ενδιαφέροντα ζωής.» («R.E.M.»)

Το κάθε διήγημα είναι διαφορετικό, ο συγγραφέας δεν εμφανίζει πάντα τον μουσικό ή το συγκρότημα στην πλοκή που επιλέγει, ενώ σε ορισμένα (ίσως στα καλύτερα) η ιστορία που αφηγείται ακολουθεί μια ιδιαίτερα σουρεαλιστική χροιά, όπως όταν ο Bob Marley παίρνει μέρος στην Επανάσταση του ’21. Επίσης σε κάθε ιστορία, υπάρχει ένας υπότιτλος – μια φράση, που θα μπορούσε να είναι ο πραγματικός τίτλος του διηγήματος (π.χ. στο διήγημα «Talking Heads», ο υπότιτλος είναι: «Η λαχτάρα για παράταση της σεξουαλικής δραστηριότητας είναι κακός σύμβουλος»).

Τα μπαρ και οι μοιραίοι έρωτες στην περίπτωση του Tom Waits, ο Lou Read οδηγεί (ως ταξιτζής) στη Νέα Υόρκη – κυρίως στην «άγρια πλευρά» της - συλλέγοντας και αφηγούμενος ιστορίες, οι Paul Simon και Art Garfunkel συνομιλούν σε ένα παγκάκι με τα ονόματα «Εστραγκόν» και «Βλαδίμηρος», ενώ για τους Calexico, υπάρχει η ιστορία κάποιων ανθρώπων που διασχίζουν παράνομα τα σύνορα, ξεκινώντας από την Γουατεμάλα για τις Η.Π.Α. περνώντας από το Μεξικό στο μάλλον καλύτερο διήγημα της συλλογής.

Η Bjork είναι Υπουργός Πολιτισμού και παραμένει εκκεντρική, οι Rolling Stones έχουν σιχαθεί τις περιοδείες, ενώ ο David Bowie είναι ένας τηλεπαρουσιαστής που κατακτάει την κορυφή της επιτυχίας, αλλά ονειρεύεται να κατακτήσει και το διάστημα, η Patti Smith αφηγείται ιστορίες με λογοτεχνικό ύφος, ενώ το ερωτικό πλαίσιο του διηγήματος Leonard Cohen είναι υπέροχο και αναπαρίσταται ευρηματικά και πολύ συναισθηματικά ο κόσμος των υπέροχων στίχων του.


«Του άρεσε οτιδήποτε την αφορούσε· η θεϊκή φωνή τη, τα επιδέξια χέρια της, τα ρούχα της, ιδιαίτερα όταν δεν τα φορούσε, το κορμί της – κυρίως το κορμί της, με τόσα σημεία πάνω για ν’ αγγίξει, τόση μαλακή σάρκα για πληγώσει με τα νύχια του. Του άρεσε να τη βλέπει κοιμισμένη, με τα μαλλιά απλωμένα στο μαξιλάρι, μα πιο πολύ ξύπνια τις νύχτες, που σταδιακά συρρικνώνονταν από τη ζηλιάρα μέρα η οποία επέστρεφε νωρίς. Του άρεσε πολύ το χάραμα και δεν μπορούσε να πει με σιγουριά αν ήταν θεσπέσιο από μόνο του ή του φαινόταν τέτοιο εξαιτίας των νικηφόρων μαχών, στόμα με στόμα, λεκάνη με λεκάνη, που προηγούνταν της έλευσής του» («Leonard Cohen»)

Υπάρχουν μερικά εξαιρετικά διηγήματα, αρκετά είναι πολύ ενδιαφέροντα, κάποια είναι μέτρια. Στα περισσότερα όμως, ο Αργυρίου επιτυγχάνει να αποδώσει την ατμόσφαιρα του καλλιτέχνη/δημιουργού, ενώ πολλές φορές εκπλήσσει με την φαντασία του. Και εδώ – όπως και στην περίπτωση του «Ροκσταρ» του Τσιτσόπουλου -, έχουμε μια περίπτωση, όπου το πλεονέκτημα μπορεί να αποτελεί και μειονέκτημα ταυτόχρονα, δηλαδή η συλλογή δεν θα «μιλήσει» σε όλους με τον ίδιο τρόπο. Αν δεν γνωρίζεις τους καλλιτέχνες, αποκλείεται να μπεις στο κλίμα των ιστοριών, θα τις διαβάσεις ψυχρά και μάλλον αδιάφορα – κάποιες μπορεί να σε ενδιαφέρουν, κάποιες όχι.

Αυτοί όμως που γνωρίζουν έστω και σχετικά επιφανειακά, του τι περίπου εκπέμπουν οι μουσικοί και τα συγκροτήματα που αποτελούν την έμπνευση για αυτές τις ιστορίες, θα απολαύσουν τις αναφορές και τα συνεχή κλεισίματα του ματιού, την διακειμενικότητα στις ιστορίες, τα παιχνίδια με τους τίτλους των τραγουδιών. Ο Μπάμπης Αργυρίου που από το 2000 είναι συνδημιουργός του εξαιρετικού μουσικού και πολιτιστικού site «mic.gr», έγραψε μια ωραία συλλογή διηγημάτων που δείχνει αξιόλογη συγγραφική ικανότητα,  προσφέροντας μια διαφορετική και πρωτότυπη λογοτεχνική πρόταση και αξίζει να προσεχτεί ιδιαιτέρως.

Βαθμολογία 75 / 100