Δευτέρα, Νοεμβρίου 27, 2023
posted by Librofilo at Δευτέρα, Νοεμβρίου 27, 2023 | Permalink
Civilization, Colonization, Extermination ("Εξοντώστε όλα αυτά τα κτήνη")
    Ο Κουρτς, ο ήρωας του αριστουργηματικού μυθιστορήματος «Η καρδιά του σκότους», του Joseph Conrad, στο δοκίμιο που γράφει για το «εκπολιτιστικό καθήκον των λευκών», τελειώνει με ένα υστερόγραφο, που περιέχει τη φράση: «Exterminate all the brutes» («Εξοντώστε όλα αυτά τα κτήνη»). Αυτή ακριβώς η φράση – ανατριχιαστική αλλά και δηλωτική μιας εποχής, μιας κατάστασης – εμπνέει τον Σουηδό στοχαστή, συγγραφέα και δημοσιογράφο Sven Lindqvist (Στοκχόλμη 1932-2019), για το συγκλονιστικό του βιβλίο, με τίτλο ακριβώς αυτή τη φράση «ΕΞΟΝΤΩΣΤΕ ΟΛΑ ΑΥΤΑ ΤΑ ΚΤΗΝΗ» («Utrota varenda javel»), που γράφτηκε στις αρχές της δεκαετίας του 1990, και εκδόθηκε πρώτη φορά στα ελληνικά το καλοκαίρι, από τις εκδόσεις Ποταμός, σε (ωραία) μετάφραση του Δημ. Ράπτη (σελ.271). Το βιβλίο έχει ως υπότιτλο: «Ένα ταξίδι στην καρδιά της γενοκτονίας» που αντιπροσωπεύει απόλυτα το θέμα του ∙ μια ζοφερή διαδρομή μέσα στην ιστορία του ευρωπαϊκού ιμπεριαλισμού.
 

«Η πεμπτουσία της ευρωπαϊκής σκέψης μπορεί να αποδοθεί με μια φράση, μια σύντομη και απλή πρόταση, τρεις τέσσερις λέξεις μόλις, η οποία συνοψίζει την ιστορία της ηπείρου μας, της ανθρωπότητας, ολόκληρης της βιόσφαιράς μας από την Ολόκαινο μέχρι το Ολοκαύτωμα.
Δεν λέει τίποτα για την Ευρώπη ως γενέτειρα του ουμανισμού, της δημοκρατίας και της ευημερίας. Δεν λέει τίποτα για όλα αυτά για τα οποία, δικαίως, υπερηφανευόμαστε. Μας λέει μόνο την αλήθεια που προτιμάμε να ξεχάσουμε.
(…)
Η απόσταση που χωρίζει τη φράση «εξοντώστε όλα αυτά τα κτήνη» από την καρδιά του ουμανισμού δεν είναι μεγαλύτερη από αυτήν που χωρίζει το Μπούχενβαλντ από το σπίτι του Γκαίτε στη Βαϊμάρη. Αυτό το γεγονός έχει σχεδόν εντελώς αποσιωπηθεί. Ακόμα και οι Γερμανοί αποφεύγουν να το σχολιάσουν, και ας επιρρίπτεται μόνο σε αυτούς, σαν σε αποδιοπομπαίους τράγους, το βάρος της ευθύνης για τις θεωρίες της εξόντωσης, που στην πραγματικότητα αποτελούν κοινή ευρωπαϊκή κληρονομιά.»
 
Στο βιβλίο υπάρχουν τρεις παράλληλες αφηγήσεις. Η προσωπική ιστορία του Λίντκβιστ με στοιχεία auto-fiction μυθοπλασίας, όπου ο συγγραφέας αποπειράται ένα ταξίδι σε μια αφρικανική χώρα. Διαβάζουμε για την ταλαιπωρία του με τα οδικά μέσα, τι συναντάει εκεί, τις συνομιλίες του με Ευρωπαίους που βρίσκονται εκεί για διαφορετικούς λόγους, ενώ η πρωτοπρόσωπη αφήγησή του εμπλουτίζεται με επεισόδια παιδικής κακοποίησης από τον βαθιά θρησκευόμενο πατέρα του – επεισόδια που θυμίζουν έντονα σκηνές από ταινίες του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν.
 
Στη δεύτερη παράλληλη αφήγηση ή έτερο αφηγηματικό πόλο ή άξονα του βιβλίου, ο συγγραφέας παραθέτει όχι μόνο την «Καρδιά του σκότους», αλλά κι άλλη μια νουβέλα του Κόνραντ, το (εξαιρετικό) «Προκεχωρημένο φυλάκιο της προόδου». Περιγράφει από πού επηρεάστηκε ο Κόνραντ, την απήχηση του βιβλίου του, τα διλήμματα που θέτει, τις πραγματικές ιστορίες πίσω από την μυθοπλασία, για να ισχυροποιήσει την αρχική του θέση, ότι η πραγματική καρδιά του σκότους, βρίσκεται εντός της δομής της αποικιοκρατίας.
 
Και αυτή είναι η τρίτη παράλληλη αφήγηση, που διατρέχει το βιβλίο. Μέσα από την ανάλυση των θεωριών που κυριάρχησαν στον στοχασμό μεγάλων Ευρωπαίων φιλοσόφων, δείχνει πως αναμιγνύονται οι θεωρίες για την εξέλιξη του ανθρώπινου είδους με τον αποικιοκρατικό ιμπεριαλισμό, πως το δίκιο του «ισχυροτέρου» κυριάρχησε, την σχέση της εκκλησίας, και κυρίως πως ο ευρωπαϊκός πολιτισμός στηρίχτηκε για την επέκτασή του σε άλλες ηπείρους στον βίαιο αποικισμό και την εξολόθρευση των ιθαγενών κατοίκων του επιλεγμένου τόπου.


«Ο Αλεξάντερ Τίλε (Alexander Tile), ως δάσκαλος της γερμανικής γλώσσας στη Γλασκόβη (1890-1900), είχε γνωρίσει τη βρετανική ιμπεριαλιστική ιδεολογία. Την εκγερμάνισε συνενώνοντας τις διδαχές του Δαρβίνου και του Σπένσερ με τη νιτσεϊκή ηθική του υπερανθρώπου, διαμορφώνοντας μια νέα «εξελικτική ηθική».
Στο πεδίο του διεθνούς δικαίου η εξελικτική ηθική συνεπάγεται το δίκαιο του ισχυροτέρου. Όταν εκτοπίζει τις κατώτερες φυλές, ο άνθρωπος μιμείται απλώς ό,τι κάνουν και τα καλύτερα οργανωμένα φυτά στα λιγότερο οργανωμένα, και τα πιο εξελιγμένα ζώα στα λιγότερο εξελιγμένα. «Απέναντι στο δίκαιο του ισχυροτέρου όλα τα ιστορικά δικαιώματα θεωρούνται μη έγκυρα» γράφει ο Τίλε στο βιβλίο «Υπηρέτηση του Λαού («Volksdienst»)» (1893).
(…)
Οι ατσάλινοι αυτοί «νόμοι» ήταν διατυπωμένοι από τον Τίλε με τέτοια γενικότητα, που σκοπός του ήταν να μπορούν να εφαρμοστούν εξίσου εύκολα στους Ευρωπαίους «λαούς της φύσης», όσο και στους λιγότερο επιτυχημένους λαούς της Ευρώπης,
Την επόμενη χρονιά, το 1894, η εφημερίδα της Παγγερμανικής Ένωσης Alldeutsche Blatter
έγραψε ότι οι προϋποθέσεις για την επιβίωση της γερμανικής φυλής θα μπορούσαν να διασφαλιστούν μόνο στον «εκκενωμένο χώρο» που εκτείνεται από τη Βαλτική μέχρι τον Βόσπορο. Στην πορεία αυτής της διαδικασίας, δεν πρέπει να μας σταματήσει το γεγονός ότι κατώτεροι λαοί, όπως οι Τσέχοι, οι Σλοβένοι, οι Σλοβάκοι, θα πάψουν να υφίστανται, κάτι που είναι άχρηστο για τον πολιτισμό. Μόνο «οι άνθρωποι ανώτερης κουλτούρας» έχουν δικαίωμα στο δικό τους έθνος.»
 
Ο Λίντκβιστ αφηγείται στο βιβλίο του, πώς καμία από τις γενοκτονίες του 20ου αιώνα δεν ήταν ίδια με τις άλλες, αλλά και καμία δεν ήρθε από το πουθενά. Οι ρίζες υπήρχαν, γενοκτονίες πραγματοποιήθηκαν και (κυρίως) η Αφρική αποτέλεσε το «ιδανικό» πεδίο πειραματισμού από τις κυρίαρχες χώρες της Ευρώπης – μεγάλες αλλά και μικρές, όπως το Βέλγιο που σε κάποια φάση ξεπέρασε σε αγριότητα άπαντες. Ο συγγραφέας αφηγείται λεπτομέρειες από μάχες, θηριωδίες που έχουν καταγραφεί στην ευρωπαϊκή ιστορία ως «θρίαμβοι», με κυρίως τους Άγγλους και τους Γάλλους να χτίζουν αυτοκρατορίες μέσα από κομμένα κεφάλια, κομμένα χέρια και εκατοντάδες χιλιάδες νεκρούς.


Ο αφηγητής αφήνεται να χαθεί μέσα στις ερήμους της Αλγερίας, προσπαθώντας να κατανοήσει κάτι από την Αφρικάνικη ήπειρο και ταυτόχρονα στοχάζεται για τα όρια της γενοκτονίας και του ρατσισμού. Ο Κόνραντ και οι ιστορίες του, με τη γυμνή αλήθεια που με λογοτεχνικό τρόπο περιγράφουν, μέσα από το βιβλίο του Λίντκβιστ αποκτούν μια άλλη διάσταση, καταδεικνύοντας ότι όλη αυτή η φρίκη, αποτελεί μια αλυσίδα, μια κατάσταση που διαιωνίζεται. Μπορεί να μας φαίνεται (και είναι) αδιανόητη η γενοκτονία των Εβραίων (αλλά και οι μέθοδοί της) από τους Ναζί, αλλά τον 19ο αιώνα, οι γενοκτονίες που διέπραξαν οι Ευρωπαίοι στην Αφρική και τη Ασία δεν υπολείποντο σε φρίκη – οι Γερμανοί (όπως αναφέρει ο συγγραφέας) άργησαν λίγο, αλλά μπήκαν γρήγορα στο νόημα.
 
Το τετράωρο τηλεοπτικό ντοκιμαντέρ του HBO, που κινηματογράφησε ο έμπειρος Raul Peck, εμπνεόμενος από το βιβλίο του Λιντκβιστ, με τον ίδιο τίτλο (που επικεντρώνει περισσότερο στην αμερικανική ήπειρο), ξεκινάει την voice-off αφήγησή του με μια δήλωση:
«Μπορεί κάποιος να περιγράψει την ευρωπαϊκή ιστορία με τρεις λέξεις:
-      Πολιτισμός (Civilization)
-      Αποικιοκρατία ή Αποικισμός (Colonization)
-      Εξολόθρευση (Extermination)
»
 
Η θεωρία της «ανώτερης φυλής», του «πολιτισμένου ανθρώπου» που πρέπει «να φέρει το φως», αυτή η παρανοϊκή λογική που μπορεί στο όνομα μιας θεωρίας να εξολοθρεύσει ολόκληρους πληθυσμούς, αναλύεται με ψυχραιμία στο «Εξοντώστε όλα αυτά τα κτήνη».
Ένα βιβλίο για την ιστορία του ανθρώπου και των «νικητών» (που είναι αυτοί που την γράφουν – υπάρχει ένα ολόκληρο κεφάλαιο στην αρχή που περιγράφει τα ωραία μνημεία των Βρυξελλών που θαυμάζουμε τώρα και δημιουργήθηκαν από τα πλούτη του Λεοπόλδου μέσα από τη γενοκτονία του Κονγκό). Ένα βιβλίο δοκιμιακό με πολλά στοιχεία αυτομυθοπλασίας, φιλοσοφικό και ιστορικό, πολύτιμο και σημαντικό που η έκδοσή του, αποτελεί προσφορά και μύηση. Ένα σαγηνευτικό βιβλίο απαραίτητο στον κάθε άνθρωπο, ένα βιβλίο για την κατανόηση της ιστορίας, ένα βιβλίο που διαγράφεται ανεξίτηλα στη μνήμη του αναγνώστη του.




 
Δευτέρα, Νοεμβρίου 20, 2023
posted by Librofilo at Δευτέρα, Νοεμβρίου 20, 2023 | Permalink
Lutz Seiler "Τρανζίστορ"
Μια από τις πλέον ταραγμένες περιόδους της Ευρωπαϊκής ιστορίας, περιγράφει ο βραβευμένος Γερμανός συγγραφέας Lutz Seiler (Γκέρα Λ.Δ.Γ.,1963), στο εξαιρετικό πολυσέλιδο μυθιστόρημα, με τίτλο, «ΤΡΑΝΖΙΣΤΟΡ» («Stern 111»), που εκδόθηκε την περασμένη χρονιά στα ελληνικά από τις εκδόσεις Πατάκη, σε (ωραία) μετάφραση της Πελαγίας Τσινάρη (σελ.636). Το βιβλίο, περιγράφει πανοραμικά την περίοδο μετά το άνοιγμα των συνόρων μεταξύ Ανατολικής και Δυτικής Γερμανίας έως τα πρώτα χρόνια μετά την πτώση του Τείχους του Βερολίνου, σε μια θαυμάσια αφήγηση με πολλά σουρεαλιστικά στοιχεία.


Οι παλιότεροι μπορεί να μη το θυμούνται, οι νεότεροι μπορεί να μη το γνωρίζουν, αλλά, υπήρξε μια περίοδος αναταραχής, ελπίδων και επαναστατικού κλίματος, μεταξύ του μερικού ανοίγματος των συνόρων μεταξύ Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας (αυτή που αποκαλούσαμε «Ανατολική») και Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας (αυτή που αποκαλούσαμε «Δυτική»), και της πτώσης του Τείχους του Βερολίνου. Από τον Νοέμβριο του 1989 και την ανακοίνωση ότι οι πολίτες της ΛΔΓ, μπορούσαν να ταξιδέψουν σχεδόν χωρίς περιορισμούς, και την ενοποίηση των δύο Γερμανιών, που ήρθε ένα σχεδόν χρόνο αργότερα, υπήρξε μια περίοδος που η κατάσταση στην (πρώην πλέον) ΛΔΓ ήταν χαοτική. Σε εκείνη την περίοδο εστιάζει η εν μέρει αυτοβιογραφική ιστορία που αφηγείται ο Ζάιλερ, έχει στο επίκεντρό της, τον Καρλ Μπίσοφ, και την οικογένειά του, κινούμενη σε δύο μυθιστορηματικούς πόλους. Από τη μια παρακολουθούμε την αφύπνιση και τη σταδιακή ωρίμανση του νεαρού άνδρα, από την άλλη την προσπάθεια των γονιών του να υλοποιήσουν το νεανικό τους όνειρο.
 
Όταν επιστρέφει ο νεαρός Καρλ, στο πατρικό του, στη Γκέρα της Θουριγγίας, μετά από μακροχρόνια απουσία και μετά από το αινιγματικό τηλεγράφημα που έλαβε από τους γονείς του, να πάει να τους βρει γιατί «χρειάζονται τη βοήθειά του», δεν έχει ιδέα τι τον περιμένει. Οι γονείς του, έχουν φτιάξει τα πράγματά τους, είναι έτοιμοι για αναχώρηση – ο δε πατέρας του, παίρνει μαζί του κι ένα παλιό ακορντεόν που είχε. Τα σύνορα έχουν ανοίξει ουσιαστικά, και ο κόσμος συνωστίζεται στα τρένα και στα συνοριακά φυλάκια για να περάσει στη Δύση. Οι γονείς του, δεν του δίνουν πολλές εξηγήσεις, του λένε απλώς ότι πρέπει να φύγουν και του αφήνουν τα κλειδιά του διαμερίσματος που έμεναν και τα κλειδιά του αυτοκινήτου – ενός παλιού ρώσικου αμαξιού σε άριστη κατάσταση, αφού ο πατέρας ασχολείτο επισταμένως, και είχε όλα τα σύνεργα – όπως και μιας αποθήκης με διάφορα εργαλεία. Η Ίνγκε και ο Βάλτερ, οι γονείς του Καρλ, εκείνος προγραμματιστής υπολογιστών, εκείνη ζαχαροπλάστρια, έδειχναν ότι έλεγχαν απολύτως την κατάσταση, ενώ η στάση τους απέναντι στο γιο τους ήταν αποστασιοποιημένη. Ο Καρλ μπερδεμένος και ανίκανος να σκεφτεί οτιδήποτε, τους πηγαίνει στα σύνορα με το αυτοκίνητο και βλέπει τους γονείς του να αναχωρούν χωρίς δάκρυα.
 
«Ως αυτή τη στιγμή όμως, το σίγουρα ήταν ένα: οι γονείς του περιπλανιούνταν στην παγκόσμια ιστορία. Είχαν ξεκινήσει για ένα ταξίδι και τώρα περνούσαν περιπέτειες ∙ ήταν οι αδιαφιλονίκητοι πρωταγωνιστές του τρέχοντος ιστορικού γίγνεσθαι, με όλες τις δυσκολίες του, ενώ ο Καρλ, κατά κάποιον τρόπο, είχε αναλάβει τα καθήκοντα που βρίσκονταν πίσω από την πρώτη γραμμή, είχε έναν δευτερεύοντα ρόλο, κάπου στην Ανατολή, σε μια πατρίδα που ήταν κιόλας μισοξεχασμένη.»
 
Ο Καρλ μετά από λίγο καιρό, φεύγει για το Ανατολικό Βερολίνο. Στοιβάζει κάποια οικοδομικά εργαλεία από την αποθήκη του πατέρα του στο αυτοκίνητο και πηγαίνει στο κέντρο των γεγονότων. Στην αρχή κοιμάται μέσα στο αυτοκίνητο, κάπου στην Αλεξάντερπλατζ, αλλά όταν γνωρίσει μια ομάδα ανθρώπων που έχουν κάνει κατάληψη σε διάφορα κτίρια (οικοδομικά μπλοκς), θα ενωθεί μαζί τους. Έχει δουλέψει τα χρόνια που σπούδαζε, ως κτίστης, τα χέρια του πιάνουνε, οπότε είναι χρήσιμος για τις διάφορες οικοδομικές και άλλου τύπου εργασίες που απαιτούνται από την ομάδα. Θα του δώσουν ένα ετοιμόρροπο διαμέρισμα να μείνει, κι ο Καρλ που το μόνο που τον ενδιέφερε μέχρι τότε είναι η Ποίηση, εντάσσεται σε αυτή την ιδιόρρυθμη ομάδα – περισσότερο αγέλη θα την έλεγες -, που υπακούει στον Χάφι τον Βοσκό, ένα τύπο που τριγυρνάει με μια κατσίκα, από την οποία πίνουν όλοι γάλα, και η ομάδα του οργανώνει ένα διαφορετικό «αντάρτικο πόλης» για να προστατέψει τα εκατοντάδες εγκαταλειμμένα διαμερίσματα σε θηριώδεις πολυκατοικίες όπου πλέον ζουν μόνο ηλικιωμένοι που δεν μπορούν να διαφύγουν. Η ομάδα θα οργανώσει κι ένα μπαρ, όπου ο Καρλ θα σερβίρει και το μέρος αυτό θα γίνει το κέντρο, των νέων, των ιερόδουλων, των Σοβιετικών στρατιωτών που έχουν παραμείνει εκεί, αλλά και του κάθε άστεγου και εξεγερμένου που αρνείται να εγκαταλείψει την ταραγμένη πόλη.
 
Ο Καρλ όμως έχει κρύψει από τους γονείς του, ότι δεν ζει πια στη Γκέρα. Εκείνοι πιστεύουν ότι φροντίζει ακόμα το σπίτι τους και τα γράμματα που του στέλνει η μητέρα του, μεταβιβάζονται στο σπίτι του στο Βερολίνο. Ο ένας κρύβει κάτι από τον άλλον… Με τον ίδιο τρόπο, οι γονείς του δεν αποκαλύπτουν τον πραγματικό λόγο της φυγής τους. Βέβαια ο Βάλτερ (που λάτρευε τον Buddy Holly) και η Ίνγκε, περνάνε δύσκολα στη αρχή, πηγαίνουν από πόλη σε πόλη, μέχρι να βρεθεί μια ευκαιρία εργασίας, και ο Βάλτερ να αποδείξει την αξία του ως γνώστης όλων των γλωσσών του υπολογιστή για να ζήσουν πιο άνετα. Οι γνώσεις του Βάλτερ, αποδεικνύονται σπάνιες και αποτελούν το κλειδί για επαγγελματική ανέλιξη (παρά την ηλικία του) και οικονομική άνεση – αν και ως πρώην Ανατολικογερμανός ο μισθός του είναι αισθητά χαμηλότερος και η αντιμετώπιση των άλλων περιφρονητική.


«Λίγα μόλις χρόνια πριν, τα παιδιά των Φλετ ζούσαν ακόμη στον επάνω όροφο. Εκεί δεν υπήρχε τηλεόραση, ένα ραδιόφωνο μόνο, κάτι που δεν ενοχλούσε τους Μπίσοφ – ένα τραπέζι για το πρόγευμα με ραδιόφωνο, «αυτό για μάς είναι η υπέρτατη πολυτέλεια», έτσι είχε γράψει η Ίνγκε. Πάντως, όλο αυτό δεν ακουγόταν σαν υψηλότερο βιοτικό επίπεδο (κάτι που εντέλει θα ήταν ένας στόχος – και μια εξήγηση), κάθε άλλο: Πράγματα από το παρελθόν εμφανίζονταν πάλι στις σκέψεις του και έπαιζαν έναν ρόλο για ό,τι τους συνέβαινε: «Το πρώτο μας τρανζίστορ, Καρλ! Θυμάσαι; Το Στερν 111, με τη χρυσή μάσκα;»
Αυτή ήταν η πραγματική κατεύθυνση της περιπλάνησής τους; Πίσω στον χρόνο, πίσω στην ανέστια κατάσταση; Για να καθίσουν και να σκεφτούν ποιοι ήταν κάποτε και τι ήθελαν τότε; Προτού γεννηθώ εγώ, σκέφτηκε ο Καρλ. Η σκέψη τον άγγιξε με έναν παράξενο τρόπο: οι γονείς του χωρίς αυτόν, χωρίς τη γονεϊκή τους ιδιότητα. Το διατύπωσε ως εξής (διατύπωση που κράτησε για τον εαυτό του): το Στερν 111, το Αστέρι 111, ήταν μια χαρά και σωστό για την παλιά, προηγούμενη ζωή. Άρα ήταν μια ανάμνηση για τον δρόμο. Ένα αστέρι για να προσανατολιστούν στο ταξίδι.»
 
Τα ερωτήματα που προκύπτουν καθώς εξελίσσεται η ιστορία είναι πολλά και θα απαντηθούν κατά τη διάρκειά του βιβλίου. Ποιο ήταν το μυστικό των γονιών του Καρλ και γιατί έφυγαν από τη χώρα τους, μόλις άνοιξαν τα σύνορα; Πως θα επιβιώσει ο Καρλ μέσα στο χάος του Ανατολικού Βερολίνου, όπου η ζωή δεν αξίζει τίποτα και οι Ρώσοι φαντάροι που ακόμα διατηρούνται (μέχρι την ενοποίηση) παίζουν επικίνδυνα παιχνίδια με όπλα στο μπαρ (όπου ο Καρλ αποδεικνύεται άσος στο λύσιμο του καλάζνικοφ!), ενώ η βία στους δρόμους είναι διαρκής; Θα μπορέσει ο Καρλ να βρει την ευτυχία δίπλα στον εφηβικό του έρωτα, την Έφι που θα συναντήσει τυχαία στη πόλη με τον μικρό της γιο; Και η ποίηση σε ταραγμένους καιρούς; Θα βρει διέξοδο μέσα από όλα αυτά; Πως θα ενωθεί ξανά η οικογένεια που κάποτε περνούσε τα βράδια της γύρω από ένα παλιό τρανζίστορ (το Stern 111 – κατασκευασμένο το 1964 - που είναι κι ο τίτλος του βιβλίου στη γλώσσα του);
 
Η ποίηση του Καρλ, με το πέρασμα του χρόνου, θα αρχίσει να αναγνωρίζεται με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. Θα συναντήσει ποιητές και εκδότες και θα επωφεληθεί από την γενικότερη αναταραχή και την αναζήτηση νέων «φωνών» με ενδιαφέρον. Οι πόρνες με τους Ρώσους στρατιώτες αγκαλιά μέσα στο μπαρ και τα όνειρα για ένα διαφορετικό αύριο, δεν θα κρατήσουν πολύ. Μπορεί να βλέπουν την κατσίκα του Χόφι να ανυψώνεται αλλά το αφεντικό της γκρεμοτσακίζεται και δεν θα συνέλθει ποτέ. Οι ημέρες μετά το γκρέμισμα του Τείχους και την ενοποίηση, προδιαθέτουν για τη δημιουργία μιας Ουτοπίας αλλά η πραγματικότητα θα τα διαψεύσει όλα, κι ο αγώνας των καταληψιών είναι να εμποδίσουν τις μεγάλες εταιρείες της Δύσης να εκμεταλλευτούν τα τεράστια οικοδομικά μπλοκ, ενώ το μπαρ που κάποτε αποτελούσε ντανταϊστικό σκηνικό μετατρέπεται σε κάτι διαφορετικό και μοδάτο.
 
Ο Ζάιλερ που έγινε γνωστός στη παγκόσμια λογοτεχνική σκηνή με το «Κρούζο» το πρώτο του μυθιστόρημα που κυκλοφόρησε πριν μερικά χρόνια στη χώρα μας, συνδέει τα δύο βιβλία του με τα πολλά αυτοβιογραφικά στοιχεία, μέσα από την εμφάνιση του ήρωα του προηγούμενού του και το τρανζιστοράκι που αναφερόταν σε αυτό. Η πανοραμική και κινηματογραφική ματιά του συγγραφέα, με τους έξοχους χαρακτήρες (όχι μόνο κεντρικούς αλλά και δευτερεύοντες) που περνάνε μέσα από τις σελίδες του, προσδίδει επικά στοιχεία που μόνο κλασσικά μυθιστορήματα του 19ου και των αρχών του 20ου αιώνα διαθέτουν.


«Ο Καρλ είχε χρόνια που δεν ζούσε πια στους γονείς του, στην Γκέρα, κι όμως αίφνης υπήρχαν στιγμές στις οποίες ένιωθε ορφανός, εγκαταλειμμένος σαν παιδί χωρίς φως στο παράθυρο. Δεν ήταν το φευγιό, ο αποχωρισμός, δεν ήταν η προσδιορίσιμη, αντιληπτή, αλλά μια άλλη εγκατάλειψη: Δεν αναγνώριζε τους γονείς του. Πλέον δεν ήξερε ποιοι ήταν – στην πραγματικότητα. Όσο η ερώτηση αυτή πλανιόταν στον αέρα, λίγα πράγματα υπήρχαν (κοιτάζοντας το παρελθόν) για τα οποία μπορούσε να είναι βέβαιος. Ήταν όλα όσο συνέβησαν μέχρι εκείνη τη στιγμή ένα είδος μυθοπλασίας; Και τα όσα συνέβαιναν τώρα η λεγόμενη πραγματικότητα – η πτώση του τείχους των μυθοπλασιών και η εισβολή της πραγματικότητας;»
 
Το βιβλίο θα μπορούσε να είναι περιπετειώδες, κατασκοπικό, θρίλερ, ρομαντικό καθώς τα συστατικά για όλα αυτά τα είδη υπάρχουν εντός του αφηγηματικού πλαισίου του. Είναι όμως κάτι άλλο, κάτι διαφορετικό. Είναι δύο ιστορίες φυγής που αλληλοσυνδέονται. Μπορεί το βιβλίο να αποτελεί ουσιαστικά ένα «μυθιστόρημα ενηλικίωσης και συνειδητοποίησης», είναι όμως και (παράλληλα) ένα μυθιστόρημα «δρόμου», ένα οδοιπορικό σε αναζήτηση ενός (καλύτερου; διαφορετικού;) μέλλοντος και η αναζήτηση ενός ονείρου.
 
Είναι μια κοινωνία σε ένα μεταβατικό στάδιο και ο Ζάιλερ γράφει με υπέροχο ύφος, που έχει λυρικότητα, χιούμορ, σουρεαλισμό για την εποχή των μεγάλων αλλαγών. Για μια εποχή που σημάδεψε μια γενιά και άλλαξε την πορεία της Ευρώπης. Η πτώση του Τείχους δεν επηρέασε μόνο μια πόλη ή μια χώρα πολιτικά και στρατιωτικά, επίδρασε στον ψυχισμό του κόσμου, κι ο συγγραφέας δείχνει με το δικό του ιδιαίτερο ύφος τις καθημερινές αλλαγές που συμβαίνουν στους ήρωές του. Δεν είναι όμως μόνο το Βερολίνο. Στο βιβλίο υπάρχει και η (εξίσου ενδιαφέρουσα) ιστορία του Βάλτερ και της Ίνγκε, που βιώνουν τον ρατσισμό στις πόλεις που επιλέγουν να ζήσουν και στις εργασιακές συνθήκες που συναντούν.
 
Πολιτικό μυθιστόρημα για μια χώρα που εξαφανίστηκε από τον χάρτη μέσα σε ελάχιστο χρονικό διάστημα και μια ταλαιπωρημένη πόλη που μεταλλάχθηκε. Μυθιστόρημα άκρως σαγηνευτικό και εθιστικό, με πολλά λυρικά στοιχεία και έναν σουρεαλισμό που το απογειώνει, ενώ οι δόσεις συναισθηματισμού που κυριαρχούν στα ψυχολογικά αδιέξοδα που βιώνει ο Καρλ, δίνουν έναν σπαρακτικό τόνο. Το «Τρανζίστορ» αποτελεί ύψιστη λογοτεχνική απόλαυση, από εκείνες που μόνο συγγραφείς τεράστιου μεγέθους μπορούν να χαρίσουν.
 
Βαθμολογία 86 / 100



 
Κυριακή, Νοεμβρίου 12, 2023
posted by Librofilo at Κυριακή, Νοεμβρίου 12, 2023 | Permalink
Daniel Wiles - Το μερίδιο της γης
 «Τι κάνει έναν άνθρωπο καλό;»
 
Δυναμικό λογοτεχνικό ντεμπούτο πραγματοποίησε ο νεότατος Βρετανός συγγραφέας Daniel Wiles (Walsall, 1996;) με το μυθιστόρημά του «ΤΟ ΜΕΡΙΔΙΟ ΤΗΣ ΓΗΣ» («Marcias take») – (εκδ. Διόπτρα, σειρά «Φωνές του Κόσμου», μετάφρ. Ε.Τσιρώνη, σελ.224), με ένα απολαυστικό βιβλίο «Ντικενσιανού» ύφους, σε μια απλή αλλά πολύ ουσιαστική ιστορία, που δείχνει ένα ισχυρό δείγμα ενός γνήσιου ταλέντου που υπόσχεται πολλά για το μέλλον.


Ο συγγραφέας τοποθετεί τη δράση του μυθιστορήματός του, στην περίοδο της Βιομηχανικής επανάστασης του δεύτερου μισού του 19ου αιώνα, στην περιοχή των ανθρακορυχείων στην κεντρική Αγγλία, πιο γνωστή ως «Μαύρη χώρα» («Black Country») και βρίσκεται στα δυτικά Μίντλαντς (και στα αρχαία χρόνια ήταν γνωστό ως «Μερκία»). Είναι ο τόπος καταγωγής του, μια περιοχή που έχει σημαδευτεί από την εξόρυξη άνθρακα που αποτελούσε το κύριο αντικείμενο δραστηριότητας, και απασχολούσε όχι μόνο τον ντόπιο πληθυσμό αλλά και χιλιάδες εργάτες στη χώρα. Όπως αναφέρει ο Wiles στον πρόλογο του βιβλίου, τα βουνά της σκουριάς έφταναν σε ύψος τριάντα μέτρων. Πλέον έχουν απομείνει μόνο τα κανάλια που είχαν χαραχτεί για να μεταφέρουν κάρβουνο και σίδερο, αλλά μόνο τα κοιτάσματα του άνθρακα που υπάρχουν ακόμα, θυμίζουν τι έχει γίνει εκεί.
 
«Η τεράστια σιδερένια αλυσίδα που κρατούσε τον κλωβό άρχισε να κινείται. Μηχανικά φρένα έτριξαν σαν κόκκαλα δαχτύλων. Το κλουβί βυθίστηκε παίρνοντας μαζί τούς ανθρακεργάτες. Οι πάντες άρχισαν να γδύνονται, μένοντας με τις σκελέες τους και κρατώντας τα ρούχα σφιχτά στα λαγόνια τους. Η λάμψη από τα κεριά και τους φανούς ασφαλείας τρύπησε το μολυβί φως. Η κάψα τούς έλουσε αργά, απ’ την κορφή ως τα νύχια.
Διοξείδιο του άνθρακα και άζωτο, ιδρώτας και κοπριά χτύπησαν τα ρουθούνια του Μάικλ. Οι φωνές των μεταφορέων και τα κοπανήματα των πελεκητών που χτυπάνε με τις αξίνες τους τα μέτωπα του κοιτάσματος. Καθώς η γη κατάπινε τον κλωβό στην κοιλιά της, ο Μάικλ σήκωσε το κεφάλι και είδε ένα παιδί να κοιτάζει από το χείλος του ορυχείου.
Τούτη η γη παίρνει τους εργάτες της από πολύ μικρούς. Ο Μάικλ έβλεπε τα παιδιά, αλλά του ήταν αδύνατον να συνηθίσει το θέαμα. Πώς θα μπορούσε. Υποτίθεται ότι τώρα ήταν παράνομο, υποτίθεται ότι το πράγμα είχε καλυτερέψει. Φαινόταν όμως πως κάθε φορά που πατούσε το πόδι του σε τούτα εδώ τα χώματα του μόχθου υπήρχε ένα παιδί παραπάνω από την προηγούμενη. Ένα παιδί παραπάνω, και με τον καιρό ξεχνάς πως είναι παράνομο.»


Βρισκόμαστε στο 1872, η Βιομηχανική Επανάσταση είναι στην ακμή της, και ο Μάικλ εργάζεται σε ένα ορυχείο στη «Μαύρη Χώρα». Είναι ένα από τα τρία της περιοχής και οι ανθρακωρύχοι εργάζονται σε εφιαλτικές συνθήκες κάτω από τη γη, όπου εκατοντάδες μικρά παιδιά δουλεύουν δίπλα τους. Είναι ένας κολασμένος τόπος εργασίας, όπου τα ατυχήματα είναι συνεχή και η ανθρώπινη ζωή δεν κοστίζει τίποτα. Ο Μάικλ που είναι παντρεμένος με την Τζέιν και έχουν ένα γιο τον μικρό Λουκ, βλέπει ότι τα χρήματα που βγάζει, δεν αρκούν για να στείλει τον γιο του στο σχολείο και πιάνει δεύτερη βάρδια, υποχρεωμένος να δουλεύει στο μεγαλύτερο μέρος της ημέρας, από το ξημέρωμα έως αργά. Η μεγαλύτερή του έγνοια είναι, να μπορέσει να μορφωθεί ο γιος του και να μην αναγκαστεί να εργαστεί στα ορυχεία, όπως η πλειοψηφία των παιδιών της περιοχής.
 
Ο συνάδελφός του ο Κέιν, με τον οποίον δουλεύουν μαζί, είναι ένας διαφορετικός άνθρωπος, σκοτεινός και βίαιος που δεν σηκώνει πολλά-πολλά και μια μέρα χτυπώντας το τοίχωμα, βρίσκουν ένα μεγάλο κομμάτι άνθρακα που περιέχει κομμάτια χρυσού όπως φαίνεται με μια πρόχειρη ματιά. Δουλεύουν εντατικά, και μαζεύουν μια ικανοποιητική ποσότητα χρυσού, που ο Μάικλ, παρότι έχει κάνει την περισσότερη δουλειά και από τη δική του αξίνα, βρέθηκε ο χρυσός, αποφασίζει να μοιραστεί με τον Κέιν. Αποφασίζουν να μη το δηλώσουν και να πάρουν μαζί τους ότι βρήκανε. Συμφωνούν ότι, ο Μάικλ θα το κρατήσει για μερικές μέρες, μέχρι να μπορέσουν να το πουλήσουν. Μόλις όμως γυρίζει σπίτι θα πέσει άρρωστος στο κρεβάτι για μερικές ημέρες και σ’ αυτό το διάστημα, ο Κέιν (που ήδη είχε κάνει μια επίσκεψη ανήσυχος στο σπίτι του), όχι μόνο θα τους κλέψει το χρυσάφι αλλά θα τους κάψει και το σπίτι. Ο Μάικλ αφού σώσει την οικογένειά του, θα κυνηγήσει τον Κέιν που έχει εξαφανιστεί. Μια καταδίωξη θα αρχίσει με τον ήρωα του βιβλίου, να εισέρχεται στη κόλαση, όλο και πιο βαθιά στη «Μαύρη Χώρα», όπου το σκηνικό φαντάζει απόκοσμο και τρομακτικό, όπου η βία διαδέχεται την απελπισία και η οργή την απληστία και τη μοχθηρία.
 
«Έπρεπε να ξεχάσει το χρυσάφι και το όραμά του για το λαμπρό μέλλον του παιδιού, αυτό το ανελέητο όραμα που του είχε στείλει. Εκείνος κολλώντας του την ετικέτα της δοκιμασίας, που ήταν δήθεν όραμα σωτηρίας ενώ στ’ αλήθεια ήταν άπιαστο όνειρο, παρ’ όλα αυτά τώρα είχε φύγει  και το ακόμα πιο ανελέητο και δαιμονικό όραμα του δυσοίωνου μέλλοντος του παιδιού, εκείνου του μέλλοντος στο οποίο ο πατέρας του είχε σκοτωθεί κυνηγώντας το άπιαστο, αλλά ακόμα κι έτσι του ήταν αδύνατον να ξεφύγει από την ασφυκτική αίσθηση της αποτυχίας, από την αίσθηση πως η αληθινή ζωή, όχι τα οράματα, ούτε οι φαντασιώσεις, ούτε οι εφιάλτες, απλώς η κανονική, ψυχρή ζωή και πάλι δεν ήταν αρκετή, και πώς θα ήταν η ζωή του παιδιού σ’ αυτή την γκρίζα ζώνη, εκεί που δεν ήταν ούτε παράδεισος ούτε κόλαση, ο παράδεισος που πρόσφερε το χρυσάφι ή η κόλαση του θανάτου, ήταν πίσω ξανά στο πριν, ήταν η ζωή προτού εκείνος βρει χρυσάφι σ’ ένα ανθρακωρυχείο, και το μόνο που έβγαινε απ’ αυτό ήταν το μαρτύριο που ζούσε, όχι επειδή ο θησαυρός είχε χαθεί αλλά στην ιδέα ότι δεν θα ξαναβρισκόταν ποτέ, και τώρα ήταν πίσω ξανά στη σκληρή δουλειά, πίσω ξανά στα παρακάλια, πίσω ξανά στο ορυχείο.»


Ο Wiles περιγράφει με λιτότητα, την δραματική ζωή του Μάικλ. Από το ξημέρωμα στο ορυχείο μέχρι αργά το απόγευμα, σε συνθήκες ακραίως ανθυγιεινές, σε θερμοκρασίες καζανιού που βράζει, γυρίζει σπίτι να φάει και να κοιμηθεί. Την άλλη μέρα, άντε πάλι από την αρχή χωρίς διακοπή, χωρίς ξεκούραση. Όταν βλέπει – μετά τις προσευχές του και την επίσκεψη στον ιερέα του χωριού – την τύχη να του χαμογελάει, τον χτυπάει η κακία των ανθρώπων και τότε αλλάζει. Γίνεται ένα θηρίο που το μόνο που το ενδιαφέρει, είναι η εκδίκηση και το χρυσάφι. Θα κυνηγήσει τον πρώην συνεργάτη του μέχρι να φτάσει στα όριά του…
 
Ο συγγραφέας αποδίδει με θαυμαστό τρόπο την ατμόσφαιρα της εποχής και τις συνθήκες ζωής και εργασίας. Εικόνες που θυμίζουν Ντίκενς, αλλά και άλλων συγγραφέων του 19ου αιώνα, σκηνές που φέρνουν στο μυαλό βιβλία του Στάινμπεκ. Ο φόβος για την απόλυση, η ανέχεια, η πείνα και η ελπίδα για ένα καλύτερο αύριο, αντανακλώνται υπέροχα και τόσο συναρπαστικά σε αυτό το υπαινικτικό μυθιστόρημα, που εκπλήσσει με τον δυναμισμό και τον ρεαλισμό του.

Ο Wiles – όπως γράφει ο ίδιος, στον πρόλογο για την ελληνική έκδοση του βιβλίου του -, εμπνέεται από την καταστροφή του ορυχείου Pelsall Hall, μελέτησε ιστορικά αρχεία, παλιούς χάρτες της περιοχής  και κατάφερε να μεταφέρει στον σύγχρονο αναγνώστη το κλίμα γύρω από το πώς ζούσαν αυτοί οι άνθρωποι, οι οικογένειές τους. Η καθημερινότητα τους, δείχνει εφιαλτική αλλά μπορεί κανείς να κάνει τις συγκρίσεις με το σήμερα και εκτός από τις απάνθρωπες εξωτερικές συνθήκες θα βρει πολλές ομοιότητες.
 
Μυθιστόρημα συναρπαστικό, που θα ήταν πολύ καλύτερο, αν ο συγγραφέας επεκτεινόταν περισσότερο στο «χτίσιμο» των χαρακτήρων του, και στο ατύχημα στο Πέλσαλ Χολ που ολοκληρώνει την ιστορία του. Παρότι η ιστορία που περιγράφει ο Wiles είναι συγκλονιστική και σπαρακτική, η ουσιαστική δύναμη του βιβλίου βρίσκεται στη γλώσσα. «Το μερίδιο της γης», είναι ένα βιβλίο που βασίζεται πολύ στη χρήση της διαλέκτου, πράγμα που (δυστυχώς) ήταν αδύνατο να αποδοθεί στα ελληνικά. Η έμπειρη (και καλή) μεταφράστρια Έφη Τσιρώνη, προτίμησε την απλότητα στη μετάφραση, παρά τη μίμηση μιας γλώσσας που θα φαινόταν «κατασκευασμένη» και ίσως να δικαιώθηκε, αλλά σίγουρα το βιβλίο χάνει ένα μεγάλο μέρος της γοητείας του στη μεταφορά του στα ελληνικά (όπως και σε κάθε άλλη γλώσσα).
 
Βαθμολογία 82 / 100


 
Πέμπτη, Νοεμβρίου 02, 2023
posted by Librofilo at Πέμπτη, Νοεμβρίου 02, 2023 | Permalink
Denis Johnson "Όνειρα τραίνων"
Ο εξαιρετικός Αμερικανός συγγραφέας Denis Johnson (Μόναχο 1949 – Καλιφόρνια 2017), δεν χρειάζεται ιδιαίτερες συστάσεις. Μόνο το πολυβραβευμένο του μυθιστόρημα «ΔΕΝΤΡΟ ΑΠΟ ΚΑΠΝΟ» να διαβάσει κανείς, αντιλαμβάνεται πόσο μεγάλος συγγραφέας ήταν. Στη δε νουβέλα του «ΟΝΕΙΡΑ ΤΡΑΙΝΩΝ» («Train dreams») – (εκδ. Αντίποδες, μετάφρ. Παναγ. Κεχαγιάς, σελ.130), ο συγγραφέας πραγματικά «κεντάει», συμπυκνώνοντας μέσα σε ελάχιστες σελίδες τη ζωή ενός Αμερικανού «πιονέρου», ενός εργάτη στις αρχές του 20ου αιώνα, στην Αμερικάνικη Δύση, αποδεικνύοντας εμφατικά πόσος αφηγηματικός πλούτος μπορεί να κρύβεται πίσω από ένα μυθιστόρημα ελάχιστων σελίδων.


«Η ιστορία της ζωής του είχε ξεκινήσει με ένα δρομολόγιο του τραίνου που δεν μπορούσε να ανακαλέσει, και τελείωσε την ώρα που καθόταν και περίμενε έξω από ένα τραίνο μέσα στο οποίο ήταν ο Έλβις Πρίσλεϋ.»
 
Ο ήρωας της ιστορίας που αφηγείται ο Τζόνσον, είναι ο Ρόμπερτ Γκρέινιερ,  ένας εργάτης, μοναχικός, που δεν ξέρει να κάνει τίποτα άλλο στη ζωή του. Τον μεγάλωσε ο θείος του (ή τέλος πάντων μια οικογένεια που μπορεί και να μην ήταν συγγενείς του) από τα έξι του, όταν έφτασε μόνος του σε ένα χωριό του Αϊντάχο, χωρίς να ξαναδεί ποτέ τους γονείς του (ούτε έμαθε ποτέ τι απέγιναν), και μέχρι τα τριάντα του, έκανε δουλειές του ποδαριού γυρνώντας από εδώ κι από εκεί, ώσπου γνώρισε την Γκλάντυς στην εκκλησία, την ερωτεύεται και παντρεύονται. Θα κάνουν μια κόρη και ο Ρόμπερτ που δουλεύει πλέον στην κατασκευή των σιδηροδρόμων, ανυπομονεί κάθε φορά να τελειώσει τη δουλειά και να γυρίσει στο σπίτι στη γυναίκα και στη μικρή Κέιτ. Μια καταστροφική πυρκαγιά θα δώσει τέλος στην οικογενειακή γαλήνη του Ρόμπερτ. Έλειπε μακριά και γυρίζοντας είδε ότι η φωτιά είχε καταστρέψει μια τεράστια έκταση γης, στο δάσος που βρισκόταν η καλύβα του. Είναι όλα καμένα, όταν πηγαίνει σε αυτό που κάποτε ήταν σπίτι, η Γκλάντυς και η Κέιτ είναι άφαντες! Η φωτιά έχει κάψει χιλιόμετρα γης, ίχνος ζωής δεν υπάρχει τριγύρω, ο Ρόμπερτ θα ψάξει για λίγο καιρό στις γειτονικές περιοχές, κανένα σημάδι από τη γυναίκα και την κόρη του.
 
Το πένθος του Ρόμπερτ δεν γιατρευόταν. Θα στήσει μια σκηνή και θα φτιάξει μια καλύβα στην άκρη του κτήματός του δίπλα σε ένα ποτάμι. Λείπει πάλι για καιρό, μεταβαίνοντας σε διάφορα μέρη κάνοντας εποχιακές δουλειές, σιδηρόδρομοι, ξυλεία, μεταφορές με ένα κάρο και συζητώντας με Ινδιάνους, ένα παλιό του γνωστό και άλλους τυχαίους τύπους, από τους οποίους ακούει ιστορίες που αλλάζουν τη ροή της νουβέλας. Επιστρέφει πάντα στην καλύβα του και ζει σαν ερημίτης, αλυχτώντας το βράδυ παρέα με τους λύκους. Θα ζήσει απομονωμένος, κι ενώ τα μεγάλα γεγονότα συγκλονίζουν τον κόσμο, εκείνος θα κάνει συντροφιά με τα όνειρά του, μόνος σε ένα χωράφι μέχρι τα βαθιά του γεράματα.
 
«Δεν είχαν περάσει ούτε τέσσερα χρόνια από τη μέρα του γάμου του και ο Γκρέινιερ, ήδη χήρος, ζούσε στο αντίσκηνό του δίπλα στο ποτάμι, λίγο πιο κάτω από το σημείο που ήταν παλιά το σπίτι του. Τη νύχτα άφηνε μια φωτιά να καίει μέχρι αργά και πολλές φορές ο ύπνος δεν τον έπαιρνε μέχρι το ξημέρωμα. Τον φόβιζαν τα όνειρά του. Στην αρχή ονειρευόταν την Γκλάντυς. Τέλος, όταν πέρασε κάνα δυο μήνες μόνος του μέσα στη σιωπή, ο Γκρέινιερ ονειρευόταν μόνο τη φωτιά, έβλεπε ότι της έβαζε ξύλα όπως έκανε κάθε βράδυ πριν κοιμηθεί – έβλεπε το περίγραμμα του χεριού του και το καρβουνιασμένο κλαρί που είχε για να τη συνδαυλίζει – κι όταν ξυπνούσε το πρωί ξαφνιαζόταν που την έβλεπε να ’χει απομείνει μόνο σβησμένα κάρβουνα και γκρίζες στάχτες, γιατί όλο το βράδυ την έβλεπε να καίει στα όνειρά του.
Κι όταν πέρασαν άλλα τρία χρόνια, έμενε πια στη δεύτερη καλύβα του, στο ίδιο ακριβώς σημείο που έστεκε η πρώτη. Τώρα κοιμόταν ήσυχος τις νύχτες, και πολλές φορές στα όνειρά του έβλεπε τραίνα, και συχνά ένα συγκεκριμένο τραίνο: ταξίδευε με αυτό ∙ μπορούσε να μυρίσει την κάπνα από το κάρβουνο ∙ ένας κόσμος έξω περνούσε. Και μετά στεκόταν σ’ εκείνον τον κόσμο καθώς ο ήχος του τραίνου χανόταν κάπου μακριά. Αυτές οι εικόνες του φαίνονταν αμυδρά οικείες, κάτι που υποδήλωνε ότι είχαν τη ρίζα τους στην παιδική του ηλικία. Κάποιες φορές ξυπνούσε από τον ήχο του τραίνου  της Σποκέιν Ιντερνάσιοναλ που χανόταν στο βάθος της κοιλάδας και συνειδητοποιούσε ότι αυτό που άκουγε στο όνειρό του ήταν ο ήχος της ατμομηχανής.»


Κεντρικός άξονας της νουβέλας του Τζόνσον είναι ο σιδηρόδρομος και οι ιστορίες των απλών, «καθημερινών» ανθρώπων. Η επέκταση των συνόρων μέσα από τις σιδηροδρομικές γραμμές, από τις τελευταίες δεκαετίες του 19ου έως την εποχή του μεσοπολέμου του 20ου αιώνα, είναι μια ιστορία με επικά στοιχεία, αλλά και πολύ αίμα, πόνο, δάκρυα, συμφορές, εκμετάλλευση ανθρώπων και θάνατο. Ο Ρόμπερτ Γκρέινιερ είναι ένας ταπεινός, χαμηλότονος, χωρίς εξάρσεις άνθρωπος, ιδιαίτερα ανασφαλής, που δεν στάθηκε τυχερός στη ζωή του, καθώς έζησε πολύ λίγο καιρό έχοντας την οικογενειακή γαλήνη και ευτυχία που αναζητούσε. Είναι ένας παθητικός και υπάκουος εργάτης, που ζει και περνάει απαρατήρητος, ένα από τα εκατομμύρια ανθρώπων, που μένουν στην αφάνεια και κανείς δεν αναρωτιέται γι’ αυτούς.
 
Η επαφή του με την Φύση, μετά τον θάνατο της γυναίκας του, μετατρέπεται σε κάτι μυστικιστικό που στην αφήγηση του Τζόνσον, προκαλεί δέος στον αναγνώστη, με στιγμές που θυμίζουν «Λογοτεχνία του Φανταστικού», καθώς η εισβολή των υπερφυσικών στοιχείων το μετατρέπουν από ρεαλιστικό στην αρχή, σε σουρεαλιστικό στη συνέχεια (τα σουρεαλιστικά στοιχεία ενυπάρχουν στο συνολικό έργο του Τζόνσον). Δεν λείπουν και τα γκόθικ στοιχεία στη νουβέλα – ο ινδιάνος Κουτενάι Μπομπ με τις ιστορίες του που βρίσκει φρικιαστικό θάνατο, ένας άνθρωπος που τον πυροβόλησε ο σκύλος του, το «αγόρι-λύκος» και το «Άλογο-θαύμα», το «κορίτσι-λύκος» που παραπέμπει σε θρύλους των δασών, της αγροτικής Αμερικής, είναι μόνο μερικά από τα στοιχεία που υπάρχουν στο βιβλίο, όπου το χιούμορ και το στοιχείο του Φανταστικού διαπλέκονται και ισορροπούν με εκπληκτικό στυλ.
 
Το «ΟΝΕΙΡΑ ΤΡΑΙΝΩΝ», αυτό το μικρό αλλά ουσιαστικά «μεγάλο βιβλίο», είναι μια «ανδρική» νουβέλα – καθώς αυτό που διαβάζουμε είναι ιστορίες ανδρών με απόηχους από Χεμινγουέι, Μακάρθι και Φώκνερ. Ο Τζόνσον όμως έχει το δικό του ατόφιο λογοτεχνικό ύφος – που κάπου συγγενεύει με αυτό του Ρ.Κάρβερ -, όπου μέσα από τον άκρατο ρεαλισμό, και την (φαινομενικά) απλή γλώσσα, καθώς κλιμακώνεται η πλοκή, η νουβέλα του αποκτά μεταφυσική διάσταση με λυρικότητα.
 
Στο κομψοτέχνημα του Τζόνσον, η ελεγειακή ιστορία του πιονέρου Ρόμπερτ Γκρέινιερ, φέρνει μαζί της, απόηχους από έναν κόσμο που χάθηκε, μια διαφορετική (όχι καλύτερη, απλά μια τελείως άλλη χώρα) Αμερική. Ο ήρωας του βιβλίου, δεν θα δει ποτέ τη θάλασσα, δεν θα χρησιμοποιήσει ποτέ το τηλέφωνο, δεν θα βιώσει την τεράστια ανάπτυξη μετά τον Β παγκόσμιο πόλεμο. Είναι ένας άνθρωπος μιας εποχής που πέρασε και μάς φαίνεται παλαιολιθική αλλά είναι μόνο μερικά χρόνια πίσω.
 
Βαθμολογία 85 / 100